Το τελευταίο αντίο μέσα από τα μάτια του Έλβις

Για όποιον έχει ζήσει με κατοικίδια, ξέρει καλά πως η στιγμή που θα πρέπει να αποχαιρετίσεις τους αγαπημένους σου τετράποδους φίλους, είναι από εκείνες που θα ευχόσουν να μην τις είχες ζήσει ποτέ!

Τα αγαπημένα μας κατοικίδια, μένουν στην ζωή μας για σχετικά λίγα χρόνια κι αυτό σημαίνει πως αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να ζήσουμε και τον αποχωρισμό τους.

Ενώ ο Έλβις ήδη υπέφερε από αρθριτικά και προσπαθούσαν οι γιατροί του να τα αντιμετωπίσουν, προέκυψε θέμα και με ένα όγκο που είχε στο πόδι και κάπου εκεί εξανεμίστηκαν οι ελπίδες όλες.

Έπρεπε πια να πάρω μια από τις δυσκολότερες αποφάσεις της ζωής μου. Να πονέσω εγώ, αλλά να απαλλάξω τον πιστό μου σύντροφο από το μαρτύριο που πέρναγε.

Έτσι, πήρα μεν την δύσκολη απόφαση αλλά αποφάσισα να γράψω μια ιστορία, μέσα από τα μάτια του Έλβις:

~~~~~~~~~~~~~~~~`

Η Δευτέρα 19/10/2020 ήταν μια πολύ περίεργη μέρα για μένα, ξύπνησα και δεν ήθελα να σηκωθώ από το κρεβάτι μου, δεν με έσωναν τα πόδια μου, και ο πόνος στο μπροστινό μου αριστερό πόδι είχε γίνει πλέον ανυπόφορος, δεν ήξερα γιατί ένιωθα έτσι.

Ευτυχώς είχε έρθει ο Βαγγέλης. Με αγκάλιασε σφιχτά και με καθησύχασε, «όλα θα πάνε καλά», μια φράση που άκουγα πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό.

Μου άλλαζε τις γάζες και τους επιδέσμους στο πόδι μου, και μου έδινε και κάτι χάπια τις τελευταίες μέρες, τον άκουγα να μιλάει στο τηλέφωνο και να λέει πως με αυτά τα χάπια δεν πονάω πολύ.

Όμως η αλήθεια είναι πως με ζάλιζαν και δεν ένιωθα πολύ καλά. Με κατέβασε κάτω με πολύ δυσκολία εκείνο το πρωί, έκανα μερικά βήματα και μετά -δεν ξέρω τον λόγο- δεν μπορούσα να κάνω άλλα βήματα για να πάω εκεί που πηγαίνω συνήθως, ειδικά τον τελευταίο καιρό, για να κάνω πιπί μου και τα κακά μου. Όμως ένιωσα τις πατούσες μου να μην κινούνται. Προσπαθούσα, αλλά δεν πρόλαβα. Έκανα πιπί μου εκεί που ήμουν μπροστά σε μια γλάστρα και ξέρω πως δεν έπρεπε να γίνει αυτό, είναι τόσο λάθος…

Τουλάχιστον αυτό είχα καταλάβει, επειδή καιρό πριν όταν το είχα κάνει ξανά στον ίδιο τόπο είχε βγει μια “κακιά γειτόνισσα” -έτσι την αποκαλούσε πάντα ο Βαγγέλης επειδή η συγκεκριμένη πρόσφατα είχε αποπειραθεί να δηλητηριάσει τους γάτους της γειτονιάς- που μένει στο ισόγειο και άρχισε να φωνάζει… δεν καταλάβαινα ποιο ήταν το πρόβλημα.

Μετά από λίγο ανεβήκαμε σιγά σιγά πάνω στο σπίτι μας και καθώς προχωρούσα να βγω να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου στο μπαλκόνι, μου είχαν φύγει τα κακά μου πάνω σε κάτι χαλιά που τα είχαν βάλει ειδικά για μένα, επειδή δεν μπορούσα να περπατάω άλλο πια πάνω σε πλακάκια.

Ο αγαπημένος μου Βαγγέλης για κάποιο περίεργο λόγο άρχισε να μου λέει μπράβο, και να καθαρίζει τις ακαθαρσίες μου, εγώ ντράπηκα, ντράπηκα πολύ και με σκυφτό το κεφάλι βγήκα σιγά σιγά έξω και ξάπλωσα.

Ένιωσα πολύ καλύτερα όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Κι εκείνος ήρθε και με κανάκεψε, με χάιδεψε και κάθισε μαζί μου. Πόσο χαίρομαι όταν το κάνει αυτό. Όλα μοιάζουν καλύτερα έτσι.

Πονούσα πολύ αλλά προσπαθούσα να μην το δείχνω. Μετά από λίγη ώρα άκουσα θορύβους στην κουζίνα, αλλά δεν με έσωναν τα πόδια να τρέξω να δω εάν ο Βαγγέλης έτρωγε κάτι ωραίο και να του ζητήσω να μου δώσει λίγο από το φαΐ του.

Τα μάτια μου είχαν κλείσει λίγο καθώς άρχισα να ακούω βήματα να έρχονται προς το μέρος μου. Γονατίζει ο Βαγγέλης δίπλα στο κρεβάτι μου και μου φέρνει σε ένα πιάτο δυο καλοψημένα burger. Ενώ κανονικά θα τα εξαφάνιζα σε ένα λεπτό, τα κοίταξα λίγο και γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη, δεν ήξερα τι μου συνέβαινε.

Τον ακούω να μιλάει στο τηλέφωνο και να λέει πως δεν έχω όρεξη να φάω και άρχισε να ανησυχεί πολύ, εγώ όμως δεν ήθελα να τον βλέπω στεναχωρημένο.

Έπειτα από αυτό κάθε δέκα λεπτά ερχόταν έξω και προσπαθούσε να μου δώσει να φάω ένα κομμάτι αλλά και πάλι δεν είχα όρεξη, θυμάμαι να πίνω λίγο νερό κάποια στιγμή.

Κάποια άλλη στιγμή μετά από ώρες στην προσπάθεια του να δει εάν θέλω να φάω, άρχισα να καταβροχθίζω όλο το burger, ήταν τόσο νόστιμο, αλλά μεγαλύτερη ευχαρίστηση ένιωσα που τον έκανα να νιώθει χαρούμενος επειδή μπορούσα και πάλι να φάω. Μετά από λίγα λεπτά έστησε το κινητό του απέναντι, με αγκάλιαζε και άρχισε να βγάζει φωτογραφίες με εμάς τους δυο αγκαλιά, πάντα το έκανε αυτό όλα αυτά τα χρόνια.

Μετά από λίγο είχε έρθει η Όλγα, μια από τις αγαπημένες φίλες του Βαγγέλη -και εγώ πολύ την αγαπάω-, είχε φέρει μαζί της ένα τεράστιο μπολ με διάφορες λιχουδιές και μου έδινε να φάω, δεν ξέρω τι είχαν πάθει και οι δυο σήμερα αλλά ήθελαν συνέχεια να τρώω.

Είχαν περάσει πολλές ώρες από την τελευταία μου βόλτα, και τους ακούω να μιλάνε και να λένε να δοκιμάσουνε να με σηκώσουν επειδή θα θέλω να κάνω πιπί μου.

Δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου όμως, και με τα χέρια τους με σήκωσαν σιγά σιγά. Αμέσως μετά ένιωσα πάρα πολύ πόνο και άρχισα να κλαίω πολύ δυνατά. Βλέπω τον Βαγγέλη μην ξέροντας τι να κάνει να τρέχει να παίρνει ένα σορό φάρμακα και να μου τα βάζει στο στόμα, έλεγε συνέχεια πως με αυτά θα φύγει ο πόνος… σε ένα μισάωρο όντως δεν πονούσα τόσο, θυμάμαι να μου μεταφέρουν ένα πάπλωμα μέσα στο σπίτι και να με βάζουν να ξαπλώσω κάπου εκεί. Ζαλιζόμουν πάρα πολύ, αλλά δεν πονούσα τόσο πια, πόσο δίκαιο είχε ο αγαπημένος μου, είχα γίνει καλύτερα.

Μετά τους ακούω να μιλάνε χαμηλόφωνα και να λένε ίσως πρέπει να “γίνει” σήμερα, με την Όλγα να παίρνει διάφορα τηλέφωνα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ετοίμαζαν. Έμειναν κι οι δυο κοντά μου αλλά χωρίς να ξέρω γιατί, ήταν στεναχωρημένοι.

Στεναχωρημένοι πολύ.

Δουλειά μου πάντα ήταν να τους κάνω να νιώσουν καλύτερα. Όμως νιώθω τόσο κουρασμένος και εξαντλημένος.

Κοιμήθηκα, ξύπνησα, ξανακοιμήθηκα, κι εκείνοι δίπλα μου να κοιτάνε αν ήμουν καλά.

Μέσα στον βαθύ μου ύπνο τους άκουγα να μιλάνε.

Άκουσα να λένε πως πρέπει να έρθει κάποιος γιατρός στο σπίτι, πάλι δεν καταλάβαινα τι είχε συμβεί.

Κι όπως με έπαιρνε ο ύπνος, άκουσα τον Βαγγέλη να κλαίει, το ίδιο και την Όλγα. Μάλλον κάτι κακό θα είχε συμβεί, αλλά δεν μπορούσα να τους συμπαρασταθώ, δεν μπορούσα καν να σταθώ να τους πάω τα παιχνίδια μου να παίξουμε, ένα κόλπο που έκανα πάντα όταν δεν ήταν καλά, πάντα έπιανε.

Προσπαθώ να θυμηθώ πότε ξεκίνησε όλο αυτό. Πρέπει να ήταν πριν τρία χρόνια περίπου, πριν κλείσω τα 11 μου χρόνια, είχε αρχίσει να βγαίνει κάτι πάνω στο ένα μου πόδι. Δεν με ενοχλούσε και ιδιαίτερα, όμως εκείνος δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Με πήγαινε σε κάτι γιατρούς κι εγώ άρχισα να μαθαίνω καινούριες λέξεις. «Όγκος, καλοήθης» λέγανε, «νεφρά και συκώτι όλα κάλα αλλά»… -αυτό το «αλλά» ήταν που τον είχε αγχώσει παραπάνω- «δεν μπορούμε να εγχειρίσουμε τον Έλβις». Αυτό άκουγε συνέχεια… «Είναι μεγάλος, δεν θα αντέξει την νάρκωση δεν μας λέει κανείς πως θα πετύχει» και κάμποσα άλλα διάφορα.

Εγώ από την άλλη δεν ένιωθα τόσο ηλικιωμένος, μάλλον βλακείες πρέπει να έλεγαν οι γιατροί αυτοί, και αυτό φάνηκε γιατί έζησα άλλα τρία χρόνια. Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υγείας.

Περνούσε ο καιρός, πέρασαν τα τελευταία χρόνια, δεν είχε αλλάξει κάτι στην καθημερινότητά μου, είχαν αρχίσει να μην με κρατάνε πολύ τα πόδια μου τους τελευταίους μήνες και μερικές φορές καθώς περπατούσαμε, έπεφτα κάτω, αρθριτικά άκουγα να λένε πως είχα. Μου άλλαξαν τροφή, μου έδινα κάτι βιταμίνες, μέχρι και ένα λάδι από κάνναβη είχα δοκιμάσει.

Τους τελευταίους μήνες δεν μπορούσα να ανέβω στο κρεβάτι μας και έτσι “μετακομίσαμε” με τον Βαγγέλη στο σαλόνι. Κοιμόταν αυτός στον καναπέ και εγώ σε ένα κρεβάτι δίπλα του.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που πριν από λίγες μέρες άρχισε να βγαίνει πολύ αίμα από το πόδι μου, και ο όγκος μεγάλωνε από ώρα σε ώρα.

Τους είχα ακούσει να μιλάνε στο τηλέφωνο με την Όλγα και να λένε πως μίλησαν με πολλούς γιατρούς, το ραντεβού είχε κλειστεί για το Σάββατο 17/10/2020.

Έτσι και έγινε. Με κουβάλησαν με δυσκολία στο αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε στον γιατρό, να σας πω την αλήθεια δεν αγαπούσα και πολύ να πηγαίνω στον γιατρό, άλλα μάλλον θα μου έδινε κάτι να γίνω και πάλι καλά.

Εκεί ήταν και η πρώτη φορά που κατάλαβα πως τα πράγματα με την υγεία μου δεν ήταν και τόσα καλά, αλλά ο γιατρός μου καθάρισε την πληγή, μου έδωσε κάτι καινούρια φάρμακα και ευτυχώς φύγαμε αμέσως από εκεί.

Στον δρόμο κάναμε και μια στάση σε μια πιτσαρία, μια καλή κοπέλα ήρθε και μου έδωσε δυο τρία κομμάτια να φάω καθώς καθόμουν μέσα στο αυτοκίνητο, στην συνέχεια περάσαμε από ένα φαρμακείο κάποιου αγαπημένου μου φίλου, μας έδωσε διάφορα φάρμακα για να γίνω και πάλι καλά, όπως επίσης μοιράστηκε μαζί μου μια τέλεια λιχουδιά που έτρωγε. Πόσο τυχερός είμαι σκέφτηκα, όλοι με αγαπούν.

Λίγες μέρες πριν είχε έρθει ένα βράδυ στο σπίτι μας αυτός ο φίλος μου, πάντα μου έφερνε πολλές λιχουδιές, μαζί με τις λιχουδιές εκείνο το βράδυ είχε φέρει και μια τσάντα με διάφορα φάρμακα και επιδέσμους, και μέχρι να μου περιποιηθεί το πόδι μου, εγώ είχα φάει σχεδόν ένα ολόκληρο κουτί με ειδικά κόκαλα για τα δόντια μου. Πόσο πολύ τον αγαπούσα.

Το επόμενο βράδυ καθόμουν στο μπαλκόνι στο κρεβάτι μου, η Όλγα έβλεπε τηλεόραση στον καναπέ, θυμάμαι ήταν πολύ στεναχωρημένη. Δεν ήξερα όμως τι είχε, την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο και να λέει, «ναι, έλα εδώ να τον δεις δεν είναι πολύ καλά».

Καθώς είμαι στο κρεβατάκι μου στο μπαλκόνι, ακούω ένα πολύ γνωστό ήχο αυτοκινήτου για μένα, δεν μπορούσα να το πιστέψω, θα είχα επισκέπτη πάλι, πόσο πολύ με αγαπούσαν όλοι! Για κάποιο περίεργο λόγο, δεν πονούσαν πλέον τα πόδια μου, στάθηκα και περπάτησα κανονικά και πήγα πίσω από την πόρτα και περίμενα να κτυπήσει το κουδούνι, η Όλγα θυμάμαι δεν πίστευε στα μάτια της… ήμουν και πάλι καλά… Ανοίγει η πόρτα και βλέπω έναν αγαπημένο μου φίλο, άρχισα να του γαβγίζω με αγκάλιασε και με φίλησε, ήταν από τους καλύτερους φίλους που είχα, είχαμε χαθεί για λίγο, αλλά πάντα με αγαπούσε, το ίδιο και εγώ. Το ίδιο βράδυ κοιμήθηκα πολύ χαρούμενος.

Την επόμενη μέρα, στις 19/10/2020 εκεί που είχα αρχίσει να σας λέω την ιστορία μου, κάποια στιγμή καθώς είμαι ξαπλωμένος στην καινούρια μου κουβέρτα μπαίνει ένας καλός κύριος μέσα, σηκώνω το κεφάλι μου, τον κοιτάω και ξαναπέφτω.

Ο Βαγγέλης και η Όλγα έδειχναν ανήσυχοι αλλά με φρόντιζαν. Κι αν και προσπαθούσαν να μην το δείξουν εγώ τους έβλεπα πως ήταν λυπημένοι.

Τους ακούω να μιλάνε με τον γιατρό. Εκείνος τους λέει για μια απόφαση που πρέπει να πάρουν. Είναι και οι δυο ανάστατοι.

Ο κύριος, τους είπε πως θα μου κάνει μια ένεση στους μύες. Είναι ηρεμιστική. Μετά, θα μπορέσουν να μείνουν δίπλα μου μέχρι να κοιμηθώ.

Ο άνθρωπός μου, ο φίλος μου, ο κολλητός μου, ήρθε και με κοίταξε στα μάτια.

Προσπάθησε πολύ να μην κλάψει. Μου κράτησε το πρόσωπο όσο εκείνος μου έκανε την ένεση.

Κι εγώ τον κοίταγα στα μάτια. Είναι ο άνθρωπός μου. Είναι τέλειος κι εγώ θα είμαι για πάντα κοντά του.

Με την Όλγα, με φρόντισαν πολύ, μου έλεγαν γλυκόλογα για το πόσο καλό σκυλί είμαι και πόσο ευτυχισμένοι ήταν που με είχαν στην ζωή τους.

Το μυαλό μου θολώνει.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥ!
Σας αγαπάω το ξέρετε έτσι;
Ξέρετε πόσο πολύ σας αγαπάω;

Χάνομαι πάλι.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥ!
Θέλω να τον κοιτάω. Τον αγαπάω τόσο. Θα είμαι πάντα στο πλευρό του. Και το ξέρει.

Γιατί νυστάζω;
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥ!
Θέλω να τον κοιτάω με όλη μου την αγάπη.

Ο Βαγγέλης με παίρνει αγκαλιά και κλείνει τα μάτια μου.
Τα ανοίγω και τον ξανακοιτάω. Κοιταζόμαστε.
Θέλω να κοιμηθώ. Το καταλαβαίνει και με βοηθάει. Και νιώθω τόσο καλά…

Πόσο τυχερός είμαι που τον έχω στην ζωή μου!

Ξαφνικά ένιωσα τα χέρια τους να με χαϊδεύουν. Τα δυο άτομα που αγάπησα πιο πολύ στην στην ζωή μου ήταν εκεί!

Τότε ένιωσα τον γιατρό να αγγίζει το πόδι μου.

Και τώρα μου κάνει άλλη μια ένεση ο κύριος.
Μόνο που αυτή με γιατρεύει!

Τα πόδια μου δεν πονάνε, το σώμα μου το νιώθω καλά κι ακόμα και ο όγκος μου είναι καλά!
Ναι, ό,τι με αρρώσταινε τελείωσε. Είναι ένα θαύμα!

Είδα τον Βαγγέλη μου και την Όλγα. Μοιάζουν σαν κάτι να προσπαθούν να κρύψουν. Κάτι κρύβουν και δεν μπορώ να καταλάβω τι.
Μοιάζει με εμένα, με το σώμα μου αλλά όχι τώρα που είμαι καλά. Πριν, που υπέφερα…

Δεν βλέπω καλά το πρόσωπο αλλά όποιος είναι πρέπει να υποφέρει πολύ ο κακομοίρης.

Βλέπω τον Βαγγέλη ανακουφισμένο αλλά και τόσο, τόσο θλιμμένο.
Κοιτάει αυτό που μου μοιάζει αλλά δεν είμαι εγώ και κλαίει.

Εκείνος δεν με βλέπει αλλά εγώ χοροπηδάω γύρω του.

Είναι θλιμμένος κι εγώ δεν μπορώ να πάρω τη στεναχώρια του μακριά.
Κάθομαι πλάι του κι ας μην με βλέπει.

Μην ανησυχείς άνθρωπέ μου, φίλε μου, κολλητέ μου, εγώ δεν θα φύγω ποτέ από το πλάι σου. Εδώ θα μείνω! Το ξέρεις αυτό… {https://www.facebook.com}