Ταξίδι στο χρόνο η Λάρισα όπως παλιά

Συνέχεια έβρισκα αφορμές για αναβολές. Τελικά τις δανείστηκα με σκοπό να τις σκανάρω (από το ελληνικό ρήμα “σκαν”, ξέρετε εσείς τα τεχνοφρικιά).
Πρόκειται για τις παλιές και, ως επί το πλείστον, ασπρόμαυρες, παλιές, φωτογραφίες που κάθονταν σκονισμένες και μόνες μέσα σε ένα σκοτεινό πρασινωπό κουτί στο πατρικό σπίτι. Είναι αρκετές και μου πήρε αρκετές ώρες να τελειώσω την διαδικασία. Σε διάφορα μεγέθη, μικρές κατά κόρον, πολύ πιο μικρές από τις κλασικές 10 Χ 15 που εκτυπώνουμε σήμερα. Μα γιατί τις εκτυπώνανε τόσο μικρές; Υποθέτω ήταν θέμα τεχνολογίας και ίσως κόστους.
Διάφορα συναισθήματα βγήκαν στην επιφάνεια καθώς τις ξεδιάλεγα με σκοπό να τις ταξινομήσω, οικογενειακές (μπαμπάς, μαμά, εγώ και ο αδερφός μου), ευρύτερα οικογενειακές (θείοι, γιαγιάδες κλπ) και τρίτοι. Τρεις κατηγορίες λοιπόν. Μετά την πρώτη διαλογή σε τρεις μικρές “ντάνες”, ακολούθησε η επιλογή αυτών που θα περνούσαν από τον σαρωτή μου (πολυμηχάνημα EPSON SX 130, από το ΠΛΑΙΣΙΟ €36,00 με φωτοαντιγραφικό και εκτυπωτή και δώρο το μαύρο μελάνι).
Η ψηφιοποίησή τους κράτησε αρκετές ώρες (με τη μέγιστη δυνατή ανάλυση 1200dpi). Δύο φορές έλαβα μήνυμα  στα Windows ότι υπήρξε πρόβλημα με την αναγνώριση του scanner και η διαδικασία διακόπηκε, αλλά με επανεκκίνηση το πρόβλημα λύθηκε. Υποθέτω η λάμπα του scanner πρέπει να ξεκουράζεται κάθε δύο ώρες περίπου. Το αποτέλεσμα με ικανοποίησε απόλυτα, αφού κατάφερα και ψηφιοποίησα ένα σωρό οικογενειακές φωτογραφίες με ανεκτίμητη συναισθηματική αξία.
Είδα (για την ακρίβεια ξαναθυμήθηκα) πώς ήταν οι γονείς μου σε μικρότερη ηλικία, οι συγγενείς μου, εγώ, ο αδερφός μου και τα λοιπά σόγια. Φωτογραφίες από γάμους, βαπτίσεις, ακόμα δε και δυο τρεις με τον πατέρα μου στη Γερμανία ως μετανάστης. Εκεί στενοχωρήθηκα λίγο σκεπτόμενος την ανάγκη για ξενιτιά του πατέρα μου (πολύ πριν παντρευτεί τη μάνα μου), για να ορθοποδήσει οικονομικά, βοηθώντας παράλληλα και ένα επαίσχυντο γερμανικό έθνος να ορθοποδήσει, σε αντάλλαγμα για τα εκατομμύρια των νεκρών που δημιούργησε με τους δύο πολέμους τον 20ό αιώνα και που είναι υπεύθυνο εν πολλοίς για την οικονομική ανέχεια πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Βλέπετε δεν χρειάζεται πλέον να κάνει τρίτο παγκόσμιο πόλεμο μέσω συμβατικών όπλων. Έχει το χρήμα για αυτή τη δουλειά.
Είδα ακόμα και τον Ντίνο ένα λυκόσκυλο της γειτονιάς που ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλα τα παιδιά, αλλά μια μέρα ξεμάκρυνε πολύ και πιθανώς χάθηκε και δεν επέστρεψε πίσω. Ανακάλυψα την αφεντιά μου σε ένα γάμο στην αγκαλιά της μακαρίτισσας πια γιαγιάς μου. Ξέρω ότι σας είναι αδιάφορα όλα αυτά επειδή αποτελούν προσωπικές καταγραφές, αλλά έτσι είναι. Για τους λάτρεις του Καζαντζίδη υπάρχει και μια φωτογραφία σε κέντρο διασκέδασης με τη Μαρινέλα, δεκαετία του ‘ 50. Η χάρτινη έκδοσή της είναι μια μικρούλα σκευρωμένη φωτογραφία για την οποία δεν ξέρω πώς βρέθηκε στο κασελάκι των γονιών μου. Θα τους ρωτήσω. Περιττό να πω ότι πέταξα στα σκουπίδια το παλιό κασελάκι και έβαλα τις φωτογραφίες μία μία σε φωτογραφικά άλμπουμ. Φαντάζομαι θα χαίρονται που απέκτησαν το δικό τους δωμάτιο, αντί να μένουν όλες μαζί η μία πάνω στην άλλη στο ίδιο δωμάτιο.
Εντύπωση μου έκανε ότι από τις οικογενειακές φωτογραφίες οι περισσότερες ανήκουν στον πατέρα μου, από τα χρόνια της εφηβείας (17 χρονών) μέχρι τα χρόνια του στρατού, έπειτα της Γερμανίας κλπ. Υπήρχαν πολλές στρατιωτικές φωτογραφίες φίλων του που του τις έστελναν αντί καρτ ποστάλ, με λίγα λόγια πίσω και την ημερομηνία τους. Άλλες εποχές, άλλες συνήθειες.
Με την αφορμή αυτή σιγά σιγά θα ψηφιοποιήσω και τις υπόλοιπες δικές μου φωτογραφίες, έγχρωμες μεν, αλλά με τα αρνητικά των φιλμ, στο μέλλον θα είναι αδύνατη η αναπαραγωγή τους, λόγω έλλειψης εργαστηρίων που θα κάνουν αυτή τη δουλειά. Αφήστε δε και το κόστος.
Επειδή μερικοί είστε περίεργοι θα σας δώσω ένα μικρό δείγμα του μικρού προσωπικού φωτογραφικού θησαυρού μου. Για σας δεν έχει αξία το ξέρω και το κατανοώ, για μένα όμως πολύ μεγάλη.
Βόλτα στην γέφυρα Πηνειού την πρωτοχρονιά του 1959. Πίσω τους και δεξιά διακρίνεται τμήμα του λόφου Αγ. Αχιλλείου

Στην αγκαλιά της γιαγιάς μου σε πρώτο πλάνο…πάντα. 14 μηνών. Κάπου εκεί και η μητέρα μου.

Η παρέα στην κεντρική πλατεία Λάρισας. Το μνημείο πίσω τους δεν υπάρχει σήμερα.

Ο Ντίνος – 1982
Δεκαετία ’50.  Η φωτογραφία από επίσκεψη και συναυλία στο Αλκαζάρ Λάρισας των Στέλιου Καζαντζίδη και η Μαρινέλας
Το ζεύγος γιαγιά-παππούς από τον πατέρα μου. Δε ζουν πια. Ο παππούς δεν μοιάζει του Παύλου Τσίμα?  Σκοτώθηκε στον εμφύλιο πριν τον γνωρίσω. Η γιαγιά έφυγε τη δεκαετία του 2000.

Ο παππούς από τη μάνα μου ακριβώς στο κέντρο της φωτογραφίας. Πέθανε από καρδιά το Νοέμβριο 1973

Εδώ ο παππούς σαν πρόεδρος του χωριού το 1957 εκφωνεί λόγο σε μνημείο πεσόντων

 Και η ζωή προχωρά γρήγορα και χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις αθανασίας για κανέναν.