Οι τελευταίες στιγμές του Ανδρέα Παπανδρέου: «Εμένα θα μου επιτρέψετε τώρα»

Πριν από 24 χρόνια άφηνε την τελευταία του πνοή στην Εκάλη ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και ηγέτης της «Αλλαγής» – Ποια αγαπημένα του πρόσωπα, τα οποία όμως είχαν πεθάνει αρκετά χρόνια πριν, ζητούσε να του φέρουν να δει, οι προθέσεις του για το 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ και το έσχατο… παπανδρεϊκό αντίο

«Τρέξτε, τρέξτε γρήγορα, κάτι συμβαίνει με τον πρόεδρο!». Η Αλέκα, η νυχτερινή νοσοκόμα που έχει αναλάβει να προσέχει την κατάσταση της υγείας του Ανδρέα Παπανδρέου, τρέχει αλαφιασμένη από την κρεβατοκάμαρα στο μπαλκόνι της οικίας του προέδρου του ΠΑΣΟΚ ζητώντας βοήθεια από τους γιατρούς που έχουν κάτσει στη δροσιά και κουβεντιάζουν αμέριμνοι μαζί με τη σύζυγο του τέως πρωθυπουργού Δήμητρα Λιάνη και τα στελέχη του Κινήματος Τηλέμαχο Χυτήρη και Νίκο Αθανασάκη. Η ώρα είναι 01.30 το πρωί. Ξημερώματα Κυριακής 23 Ιουνίου 1996.

Μέσα σε δευτερόλεπτα σπεύδουν πάνω από τον 77χρονο ηγέτη, ο οποίος έχει χάσει τις αισθήσεις του και κάθε επαφή με το περιβάλλον, ο καθηγητής Ιατρικής Αθανάσιος Μαΐλης, ο φυσικοθεραπευτής Μάκης Καρπαθίου και η γιατρός Πέννυ Φλεβάρη. Τον υποβάλουν χωρίς περιστροφές σε καρδιογράφημα. Δυστυχώς όμως στην οθόνη αποτυπώνεται μονάχα μια μονότονη οριζόντια γραμμή, δείγμα ότι η ραγισμένη καρδιά του Παπανδρέου δεν χτυπά.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να τον επαναφέρουν στη ζωή, του κάνουν μαλάξεις στο στήθος και χρησιμοποιούν τον απινιδωτή. Τα μάτια τού πάλαι ποτέ γητευτή των μαζών είναι ορθάνοιχτα, αλλά σε κανένα ερέθισμα δεν αντιδρά. «Από εκείνες τις στιγμές το μόνο που μου έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη», θα πει αργότερα η Δήμητρα Λιάνη, «ήταν ότι είχα πέσει γονατιστή στο πάτωμα κρατώντας μια εικόνα του Χριστού του 16ου αιώνα, την οποία είχα και όταν ήμασταν στο νοσοκομείο, και φώναζα “Θεέ μου, μη μου το κάνεις αυτό” και στους γιατρούς “κάντε κάτι, σας παρακαλώ”. Η κατάστασή μου ήταν άγρια. Ακουγα μονάχα τον υπόκωφο ήχο του απινιδωτή». Η μάχη όμως ήταν εξαρχής χαμένη.

Οταν έφθασε στην πολυτελή οικία της οδού Αγράμπελης 3, στην Εκάλη, ο προσωπικός του γιατρός Δημήτρης Κρεμαστινός, μαζί με τον συνεργάτη του Αίαντα Αντωνιάδη, όλα είχαν τελειώσει.

Στο λακωνικό ιατρικό ανακοινωθέν που θα εκδοθεί αναφέρεται απλώς ότι «περί ώρα 01.30, ο πρόεδρος Ανδρέας Παπανδρέου αιφνιδίως αισθάνθηκε δυσφορία και ανέπτυξε κοιλιακή ταχυκαρδία, η οποία εντός δύο λεπτών εξελίχθηκε σε ηλεκτρομηχανικό διαχωρισμό. Η κλινική εικόνα και τα εργαστηριακά ευρήματα (κοιλιακή μαρμαρυγή – ηλεκτρομηχανικός διαχωρισμός) είναι συμβατά με οξύ ισχαιμικό επεισόδιο, το οποίο τελικώς επέφερε τον θάνατο στις 02.30 π.μ.».

Τα τηλεφωνήματα

Ο Τηλέμαχος Χυτήρης (υπουργός Τύπου και ΜΜΕ μέχρι και πριν από λίγους μήνες), που παρακολουθεί όλα όσα συμβαίνουν, σκουπίζει τα δάκρυά του και απομονώνεται στο γραφείο του σπιτιού προκειμένου να αρχίσει τα απαιτούμενα τηλεφωνήματα. Κατ’ αρχάς ειδοποιεί τον γιο του εκλιπόντος, Γιώργο Παπανδρέου (ο οποίος 13 χρόνια αργότερα θα ορκιστεί πρωθυπουργός), ο οποίος με τη σειρά του αναγγέλλει το θλιβερό γεγονός και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Το δεύτερο τηλεφώνημα από την Εκάλη γίνεται στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο, ο οποίος βρίσκεται στη γενέτειρά του, την Πάτρα. Ο διάλογος θα είναι συντομότατος: «Κύριε Πρόεδρε…», «Κατάλαβα, Τηλέμαχε, ανεβαίνω αμέσως Αθήνα».

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης βρισκόταν σε επίσημη αποστολή στην Μπολόνια, οπότε ο Χυτήρης ξυπνάει τον γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου Αναστάσιο Μαντέλη: «Τάσο, βρες αμέσως τον πρωθυπουργό». Τηλεφωνεί επίσης στον πρόεδρο της Βουλής Απόστολο Κακλαμάνη, στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Μιλτιάδη Εβερτ, στον επικεφαλής της Πολιτικής Ανοιξης Αντώνη Σαμαρά και στη γενική γραμματέα του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα, την οποία όμως δεν κατορθώνει να βρει στον αριθμό τηλεφώνου που είχε.

Μέσα στη νύχτα αρχίζουν να καταφθάνουν σταδιακά στη βίλα τα σημαίνοντα στελέχη του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ (Κώστας Σκανδαλίδης, Ακης Τσοχατζόπουλος, Γεράσιμος Αρσένης κ.ά.) αλλά και τηλεοπτικά συνεργεία. Ξημερώνοντας, γύρω στις 07.15 το πρωί, η σορός μεταφέρεται στο νεκροτομείο του Λαϊκού Νοσοκομείου, ενώ λίγες ώρες αργότερα το φέρετρο βρέθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, όπου είχε συρρεύσει από νωρίς πλήθος κόσμου για να αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής στον ηγέτη που σφράγισε τη Μεταπολίτευση.

Κάποιοι άνθρωποι όταν πλησιάζει το τέλος τους συνηθίζουν να καλούν ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή. Το Σάββατο 22 Ιουνίου 1996 ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου ξύπνησε κακόκεφος και κουρασμένος. «Θέλω να μου φωνάξεις τον Καραγάτση» θα πει στον αστυνομικό του. Ο Τάκης Καραγάτσης που ζητούσε να δει επίμονα ήταν ο παλιός πιστός του σωματοφύλακας και προσωπικός οδηγός, ο οποίος όμως είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν…

Λίγες ώρες αργότερα θα τον επισκεφθεί στο σπίτι της Εκάλης ο φυσιοθεραπευτής Μάκης Καρπαθίου, ο οποίος του έκανε λογοθεραπεία προκειμένου να αποκατασταθεί η ομιλία του μετά την τραχειοστομία που είχε υποβληθεί προ μηνών στο Ωνάσειο. Ο πολύπειρος πολιτικός, αν και με δυσκολία στην άρθρωση, θα αρχίσει να του μιλάει για το πόσο καλός άνθρωπος είναι ο Μήδης. Ελάχιστοι γνώριζαν ότι ο Μήδης ήταν ο αγαπημένος φίλος του πατέρα του, Γεωργίου Παπανδρέου, και πως ο «Γέρος της Δημοκρατίας» τον είχε συνεργάτη του από τότε που εκλεγόταν βουλευτής Λέσβου μέχρι και το 1963 που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, χωρίς ποτέ να ξεπεράσει τον χαμό του.

Οι απογευματινές επισκέψεις

Μέχρι αργά το μεσημέρι, η τελευταία ημέρα της ζωής του Ανδρέα Παπανδρέου κύλησε χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Υποβλήθηκε στις απαιτούμενες θεραπείες που του είχαν συστήσει οι γιατροί προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα οξεία καρδιοαναπνευστικά προβλήματα, το μεσημέρι έφαγε λιτά και ακολούθως ξεκουράστηκε. Από το απόγευμα άρχισαν οι επισκέψεις, τις οποίες επιζητούσε και ο ίδιος, ενόψει μάλιστα και του επικείμενου συνεδρίου που είχε προγραμματιστεί για τις 27 Ιουνίου, δηλαδή μόλις πέντε ημέρες αργότερα. Ολοι περίμεναν με αγωνία να μάθουν τις προθέσεις του. Θα πήγαινε έστω και σε αυτή την κατάσταση να μιλήσει, θα έστελνε κείμενο παρέμβασης ή θα άφηνε τα γεγονότα να εξελιχθούν χωρίς την παρέμβασή του;

Ο πρώτος που τον επισκέφθηκε ήταν ο Αντώνης Λιβάνης, ο μακροβιότερος και πιο έμπιστος συνεργάτης του. Εμειναν μόνοι στο γραφείο του Παπανδρέου και αφού τα είπαν αποχώρησε. Τον επισκέφθηκαν επίσης οι καθηγητές Ιατρικής και φίλοι του Δημήτρης Κρεμαστινός και Κώστας Στεφανής, οι οποίοι επίσης κουβέντιασαν μαζί του σε ευδιάθετο κλίμα. Ακολούθως πέρασε ο γιος του, Γιώργος Παπανδρέου, μαζί με τη σύζυγό του Αντα και την κόρη τους Μαργαρίτα. Αφενός ήθελε να δει πώς πάει ο πατέρας του και αφετέρου να τον πείσει να μην παραστεί στις εργασίες του 4ου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ.

Μέχρι τις 20.30 είχαν φύγει όλοι. Στο μεταξύ, όμως, είχαν έρθει ο Τηλέμαχος Χυτήρης και ο Νίκος Αθανασάκης, προκειμένου να δουλέψουν το κείμενο της ομιλίας του προέδρου στο επικείμενο συνέδριο. «Για να είμαστε ειλικρινείς, μιλούσε λίγο και άκουγε περισσότερο» θα πει αργότερα ο Χυτήρης. Γύρω στις 21.00 ο Παπανδρέου αποκρίνεται: «Καθίστε να φάμε μαζί».

Τρώγοντας ψάρι και σαλάτα, μαζί με τη Δήμητρα Λιάνη, τους γιατρούς και τη νοσηλεύτρια που κούραρε τον καταπονημένο πολιτικό, είδαν στην τηλεόραση τις ειδήσεις των εννέα και ακολούθως συζήτησαν για τα όσα έγιναν στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής που είχε πραγματοποιηθεί το μεσημέρι στα γραφεία της Χαριλάου Τρικούπη. Μετά η ατμόσφαιρα χαλάρωσε και οι συνδαιτυμόνες άρχισαν να λένε διάφορες ιστορίες. Ο Ανδρέας κυρίως άκουγε, πίνοντας κάνα δυο ποτηράκια λευκό κρασί. Κατά τις 22.30 σηκώθηκαν όλοι από το τραπέζι και κάθισαν στο σαλόνι.

«Εμένα θα μου επιτρέψετε τώρα…»

«Εμένα θα μου επιτρέψετε τώρα…» θα πει κάποια στιγμή λίγο πριν από τα μεσάνυχτα ο Ανδρέας Παπανδρέου. Χυτήρης και Αθανασάκης σηκώθηκαν να φύγουν και αυτοί για τα σπίτια τους. «Να φεύγουμε και εμείς, πρόεδρε, είναι αργά». «Οχι, όχι, εσείς να κάτσετε. Εγώ πάω να ξαπλώσω» θα απαντήσει, αρχίζοντας, όπως έκανε πάντα, να χαιρετάει έναν έναν τους παριστάμενους διά χειραψίας. Οταν έφθασε στην πόρτα για να φύγει, ξαναγύρισε προς την παρέα και κούνησε το χέρι… παπανδρεϊκά. Ηταν το δικό του αντίο. {https://www.ethnos.gr}