Λαϊκά γιατροσόφια τις δεκαετίες του ´50 και του ´60

Την εποχή, στην οποία αναφέρομαι, δεν ήταν μόνο το βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο του λαού ιδιαίτερα πιο χαμηλό από το σημερινό, αλλά και τα επιτεύγματα της Ιατρικής Επιστήμης και η υγειονομική περίθαλψη στη χώρα μας βρίσκονταν, ακόμη, στα σπάργανα.

Ως εκ τούτου, ο πιο συνηθισμένος τρόπος για την αντιμετώπιση ασθενειών ήταν τα κομπογιαννίτικα και λαϊκά γιατροσόφια, ορισμένα εκ των οποίων θα παρουσιάσω στο σημερινό μου δημοσίευμα.

Κατ’ αρχήν, πολλές απ’ τις αρρώστιες αποδίδονταν, τότε, σε κακό μάτι γι’ αυτό, προσέτρεχαν με το παραμικρό στο ξεμάτιασμα, που παρουσίασα σε προηγούμενο δημοσίευμα. Ξεκινώντας, λοιπόν, απ’ τα πιο συνηθισμένα και πιο απλά γιατροσόφια, αν ένα δόντι μικρού παιδιού κουνιόταν, γιατί στη θέση του φύτρωνε κάποιο άλλο, δένανε το προς αφαίρεση στην άκρη μιας κλωστής, ενώ την άλλη της άκρη στο πόμολο μιας ανοιχτής πόρτας, την οποία και έκλειναν με δύναμη. Ακαριαία, τότε, ξεριζωνόταν το δόντι, χωρίς να προλάβει το παιδί να πει κιχ.

Αλλά και όταν δόντι εφήβου ή ενήλικα σάπιζε και πονούσε, επειδή οι οδοντίατροι ήταν δυσεύρετοι, αν δεν προσέτρεχαν σε σιδερά του χωριού, για να το αφαιρέσει με την τανάλια του, το βούλωναν με βαμβάκι βουτηγμένο σε οινόπνευμα ή σε τσίπουρο ή, ακόμα ­ ακόμα, βάζανε στο στόμα τους λίγο τσίπουρο και το κρατούσαν, επί ώρα, προς την πλευρά του δοντιού, που πονούσε, προκειμένου με το νάρκωμα να παγαδώσει (μετριασθεί) ο πόνος, όπως λέγανε. Άλλωστε, τα μόνα αντιαλγικά, τότε, ήταν το αλγκόν και η καλμαλίνη και αυτά δυσεύρετα.

Αν, επίσης, στο ματοτσίνορο ενός παιδιού παρουσιαζόταν το περίφημο κριθαράκι, (μικρό εξέχον σπυράκι), για να το εξαφανίσουν, το γάβγιζαν με τον εξής τρόπο. Ο ασθενής, πρωί κατά προτίμηση, στεκόταν όρθιος πίσω από μια κλειστή πόρτα και απ’ την άλλη της πλευρά ένα άλλο παιδί, που έπαιζε τον ρόλο του γιατρού. Αποστολή του ήταν να επαναλάβει, τρεις φορές, τη φράση, “γαβ, γαβ το κριθαράκι, σήμερα να είναι και αύριο να μην είναι”. Αυτό επαναλαμβανόταν τρεις μέρες, οπότε, θέλοντας και μη, το κριθαράκι, εξαφανιζόταν.

Αν, πάλι, υπέφερε κανείς από γρίπη, με συμπτώματα πονοκεφάλου και πυρετού, τα γιατροσόφια ήταν πολλά. Εκτός απ’ την εντριβή, είτε με οινόπνευμα, είτε με τσίπουρο αψύ και ανέρωτο, είτε, ακόμη, και με επάλειψη πετρελαίου στην πλάτη, για να προκληθεί ζέστη, χρησιμοποιούσαν τις βεντούζες, κάποιες φορές ακόμα και κοφτές, προκειμένου με την απώλεια αίματος να πέσει πιθανή άνοδος της πίεσης του ασθενούς. Αλλά και βδέλλες, που ρουφούν αίμα, χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο σκοπό.

Αν κάποιο παιδί, επίσης, τραυματιζόταν σε παιχνίδι, για να σταματήσει το αίμα και για να κλείσει η πληγή, τα πιο συνηθισμένα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν ένα κομματάκι χαρτί, τρίμματα καπνού ή, ακόμα, και σκέτο χώμα, που εναπόθεταν πάνω σ’ αυτή. Αλλά και κρεμμύδι πάνω σε πυορροούσα πληγή βοηθούσε στη θεραπεία της.

Είχαν τρόπους, όμως, να θεραπεύουν εξαρθρώσεις και κατάγματα. Φρόντιζαν, γι’ αυτό, κάποιοι τσοπάνηδες, συνήθως, με εμπειρία στα γιδοπρόβατά τους, οι οποίοι συναρμολογούσαν, πρώτα, το μετακινημένο ή σπασμένο μέλος και κατόπιν το περιτύλιγαν με πανιά, αφού προηγουμένως, το ακινητοποιούσαν τοποθετώντας και δένοντας γύρω του ξύλινα στηρίγματα, τα οποία διατηρούσαν, μέχρι να αποκαταστήσει ο ίδιος ο οργανισμός τη βλάβη. Άλλες φορές, πάλι, τοποθετούσαν γύρω απ’ το σπασμένο μέλος το περίφημο γιακού, ένα μίγμα από αλεύρι, ασπράδια αυγού και τρίμματα σαπουνιού απλωμένο πάνω σε πανί, το οποίο, όταν στέγνωνε, σκλήρυνε, όπως ο γύψος.

Αν κάποιος, πάλι, είχε πονόκοιλο ή συνάχι με καταρροή, εκτός από ζεστό χαμομήλι ή τσάι έπινε πόντσι, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά βρασμένο κρασί με μπόλικη ζάχαρη και είχε σαν συνέπεια να παραζεσταίνεσαι και να ιδρώνεις, κάτι που ανακουφίζει και βοηθά στην αντιμετώπιση του προβλήματος.

Και κάτι, τέλος, πολύ συνηθισμένο. Όταν κάποιος έπασχε από κρεατόκομα, (τράβηγμα μυών), ή από μετακίνηση σπονδύλων προσέτρεχε για ξεμέτρημα, όπως λέγανε, σε άνδρες ή γυναίκες, που κατείχαν την τεχνική του. Κάποιοι απ’ αυτούς ή απ’ αυτές, ως φυσιοθεραπευτές, σε ξάπλωναν και σε ταλαιπωρούσαν τραβολογώντας σε. Κάποιοι άλλοι, όμως, σε έβαζαν να καθίσεις κάπου και πίσω απ’ την πλάτη σου ένιωθες μόνο τη μουρμούρα τους και το άγγιγμά τους και, τις περισσότερες φορές, την ανακούφιση απ’ το πρόβλημα.

Αυτά και άλλα γιατροσόφια συνηθίζονταν, τότε, μόνο που η θνησιμότητα δε δαμάζονταν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και ο μέσος όρος ζωής, δυστυχώς, δεν είχε καμιά σχέση με τον σημερινό.

Από τον Κώστα Γιαννούλα