World Reader's Digest

Θανάσης Βέγγος: «Με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις»

Επειδη εισαι απο τους λιγους ανθρωπους σ’ αυτον τον τοπο, που εμφανιστηκε στο σινεμα χωρις να ‘χει καμια σχεση μ’ αυτο και δημιουργησε ενα χαρακτηρα, θα ‘θελα να μου μιλησεις για το ξεκινημα σου…

Ο Κουνδουρος. Ο Νικος Κουνδουρος. Αν δεν συναντιομαστε στο Στρατο, δεν θα υπηρχε στο πανι ουτε Θανασης, ουτε Βεγγος.

Δουλευα σ’ ενα παταρι τα δερματα. Στο Στρατο μαζευτηκαμε μια ομαδα για να σκαρωσουμε μια παρασταση. Ο Κουνδουρος ηταν σκηνογραφος. Μια μερα μου λεει: «Θαναση, οταν απολυθουμε θα παιξεις σε μια ταινια που θα φτιαξω». Γυρισα στο παταρι κι ουτε που το θυμομουνα. Ετσι, οταν ηρθε να με βρει, δεν ειχα καμια διαθεση πια κι αρνηθηκα.

Η επιμονη του ομως ηταν τετοια, που στο τελος με καταφερε. Γυριστηκε η «Μαγικη Πολη» και βρεθηκα μεσα σ’ ενα καινουργιο κοσμο, που ταυτοχρονα αποτελουσε και μια λυση για το οικονομικο μου προβλημα. Επαιζα τριτους ρολους και δουλευα σαν φροντιστης για ενα κομματι ψωμι. Αυτη ειναι η αρχη. Χειροτερες μερες δε θυμαμαι στη ζωη μου. Γυριστηκε και ο «Δρακος». Μεσα σε δυο χρονια επαιξα 22 μικρους ρολους που μ’ ειχαν τσακισει. Ηθελα να κανω κατι αλλο, οπωσδηποτε κατι πιο σημαντικο. Ειχα καποια επιτυχια και μου ‘δωσαν ρολους πρωταγωνιστη.

Πνιγομουνα εκει μεσα, καταλαβαινα πως δεν ημουν εγω, αλλα καποιος ηθοποιος Βεγγος που τον μεταχειριζοντουσαν οπως ηθελαν. Σε τετοιο σημειο φτασανε τα πραγματα, και σκεφτηκα να κανω μια δικη μου εταιρια παραγωγης, οπου οι ταινιες θα γινοντουσαν οπως πανω-κατω ηθελα. Με βοηθησαν πολυ δυο σκηνοθετες που καταλαβαν και πιστεψαν σ’ αυτα που σκεφτομουνα. Ο Πανος Γλυκοφρυδης και ο Ερρικος Θαλασσινος. Ταινιες σαν τον «Παπατρεχα» η το «Μην Ειδατε τον Παναη» δεν θα ‘βγαιναν χωρις αυτους. Και μεχρις ενα σημειο ημουνα ησυχος. Ειχα δυο ανθρωπους που μπορουσαν να με καταλαβουν και να προωθησουν τις σκεψεις μου πανω στο φτιαξιμο μιας ταινιας.

Μια μερα ο Γλυκοφρυδης μου ειπε πως ηταν αδυνατο να συνεχισει μαζι μου, γιατι δεν πιστευε πως οι ταινιες αυτες ανταποκρινονταν στις αποψεις που ειχε για το σινεμα. Η επιτυχια του «Με τη λαμψη στα ματια» σιγουρεψε τη σταση του. Λιγο κατοπιν οι δουλειες του Θαλασσινου δεν του αφηναν περιθωρια ν’ ασχοληθει μαζι μου. Τοτε βρεθηκα σε δυσκολη θεση. Δεν ειχα εμπιστοσυνη σε αλλο ανθρωπο και το χειροτερο, πιστευα πως δεν υπηρχε αλλος ανθρωπος που να με καταλαβαινει.

Ετσι περασα στη σκηνοθεσια. Παλεψα οσο μπορεσα, το αποτελεσμα το ξερεις: 4.000.000 δραχμες χρεος, αυτη ηταν η αμοιβη μου. Τρεις κλητηρες καθε πρωι εξω απ’ την πορτα μου κι απο ολοκληρη την εταιρια εμεινε μοναχα ενα τηλεφωνο. Σ’ αυτην την τραγικη κατασταση, ο Φινος ηταν μια λυση. Του εκχωρησα ολες μου τις ταινιες. Τωρα του χρωσταω γυρω στα 2.000.000 και γυριζω ταινιες για λογαριασμο του εναντι του χρεους.Ομως υπαρχει κι ο Κατσουριδης. Μετα τον «Δρα Ζιβεγγο» πειστηκα οτι ειναι ο καινουργιος μου ανθρωπος. Αφεθηκα σ’ αυτον και αισθανομαι μια σιγουρια. Φτιαχνουμε συμπαραγωγες και παρα τις επιμερους διαφωνιες μας του μενω πιστος και θα του μενω για οσες ταινιες θελησει. Ωσπου να βαρεθει.

Ειμαι δυσκολος στις σχεσεις μου. Δεν ειμαι κοινωνικος τυπος. Ουτε μπορω να ζω οπως η Λασκαρη με δυο δημοσιογραφους στο κατοπι. Ειναι η πρωτη συνεντευξη που δινω, ας πουμε, γυρω απο τη δουλεια μου κι αυτο φανερωνει πως δεν μπορω να συνεννοηθω ευκολα με τους ανθρωπους αν δε μου εμπνεουν εμπιστοσυνη.

Το περασμα σου στη σκηνοθεσια σου δινει κι ενα προσθετο δικαιωμα. Μπορεις να μιλησεις γι’ αυτην την παρουσια σου;

Θα σου πω κατι. Ο Κουνδουρος στη «Μαγικη Πολη», οταν πηγε να στησει τη μηχανη εφαγε καρπαζια με το κουταλι. Δεν ειχε ιδεα τι του γινοταν. Στο τριτο γυρισμα ητανε ξεφτερι. Δασκαλευε και τους δασκαλους του. Αυτο σημαινει πως περισσοτερο μετραει αν εχεις κατι μεσα σου για να πεις. Τα υπολοιπα μαθαινονται. Λοιπον, εγω, ο Θανασης Βεγγος, ειμαι ενστικτωδης ανθρωπος. Ισως μεσα μου να μην υπαρχει τιποτε αλλο. Μπαινω στο πλατω και διαβαζω τη σκηνη που εχω να γυρισω. Δεν μπορω να σκεφτω. Λεω: η μηχανη εδω. Αν με ρωτησεις γιατι εδω κι οχι εκει, δεν ξερω ν’ απαντησω. Αλλα ειμαι σιγουρος οτι η μηχανη θα σταθει εδω. Αφου τελειωσει η ληψη, δε θα γυρισω να κοιταξω πισω. Η μηχανη στηθηκε εδω, παει και τελειωσε. Αν δω τη σκηνη στην οθονη, ισως να μη μ’ αρεσει. Την επομενη φορα η μηχανη θα στηθει σ’ αλλο μερος. Εκει που θα ‘μαι σιγουρος, χωρις να ξερω γιατι οτι πρεπει να στηθει.

Μετα, δε μπορω να χωνεψω τις ιστοριες του Θαναση, γραμμενες σ’ ενα χαρτι απο εναν ανθρωπο που δεν εχει σχεση με το γυρισμα. Τελευταια με τον Κατσουριδη το βαλαμε σε καποιον δρομο. Το σεναριο χτενιζεται απο τρια χερια μεχρι ν’ αρχισουμε το γυρισμα. Στο τελος το πεταμε στα σκουπιδια κι αυτοσχεδιαζουμε. Πιστεψε με, τα πραγματα βγαινουν μονα τους. Τα τελευταια 300 μετρα της «Ιουλιεττας» ειναι γυρισμενα χωρις σεναριο. Ολη η απαγωγη, το ανεβασμα στα κεραμιδια και ο,τι ακολουθαει, ηρθαν μονα τους, σαν φυσικο επακολουθο της τρελας των δυο εpαστων. Ξοδεψαμε 22.000 μετρα νεγκατιφ για την ταινια, αλλα καναμε αυτο που νομιζαμε σωστο. Δε στο κρυβω, οτι οι καλυτερες στιγμες μου στο σινεμα γυριστηκαν χωρις σεναριο. Η αρχη του «Δρα Ζιβεγγου», το ξυρισμα με το πλαιυ μπακ του Κουρεα της Σεβιλλης στο «Ασυλληπτο Κοροϊδο», η σκηνη με το γραμμοφωνο στην Περαια στο «Επιχειρηση Γης Μαδιαμ», ειναι γυρισμενες με μια μηχανη στο χερι. Αυτη η μηχανη πρεπει να’ ναι τρελη σαν τον Θαναση. Πεφτω στη θαλασσα, ανεβαινω στους στυλους, κρεμιεμαι απ’ τα κεραμιδια, ο,τι εχει σημασια ειναι ο Θανασης. Αυτη ειναι η απεικονιση – οχι η προσφορα, δεν πιστευω πως υπαρχει κατι τετοιο – ενος ανθρωπου που εκφραζει τις ανησυχιες μου. Στο ξαναλεω. Δουλευω με το ενστιχτο, δεν εχω κανενα ταλεντο, κα… … κι ο Θανασης; …κανενα ταλεντο. Μονο αυτη τη φατσα, που, κοιταξε την καλα και διαβασε. Εδω ειν’ αποτυπωμενη ολ’ η μιζερια, ολ’ η δυστυχια, ολος ο πονος του ασημαντου Ελληνα. Καποιο βραδυ με πλησιαζει εξ’ απ’ το σινεμα ενας γερος. «Καλε μου ανθρωπε», μου λεει, «ειμαι συνταξιουχος και βλεπω με τη γυναικα μου τις ταινιες σου. Σ’ ευχαριστω. Μολις βγαινω απ’ το σινεμα εχω ξαλαφρωσει για τρεις μερες». Αυτο το ‘καλε μου ανθρωπε’ εγινε σημα κατατεθεν του Θαναση.

Ετσι, αγαπητε, φτιαχτηκε σιγα-σιγα ο Θανασης. Παρατηρωντας τους ανθρωπους μεσα στο χωρο που κινουνται. Στις λαϊκες αγορες, στις γειτονιες, στα σινεμα κ.λπ. Ειναι ψεμα να ισχυριστω πως δεν απευθυνομαι σ’ αυτους. Μονο που τελευταια μου κανουν νερα. Ενω οι ταινιες μου δουλευουν στα κεντρικα σινεμα και στην τελευταια προβολη, αντιθετα χανουν στη συνοικια. Ενω κερδιζω τους διανοουμενους που αρχιζουν να ασχολουνται μαζι μου – κι ειναι αυτο κατι σαν τιμη για μενα που προκαλεσα την προσοχη των ειδικευμενων κριτικων – αντιθετα η περιμετρικη ζωνη αντιδραει στο καινουργιο μου προσωπο. Ομως, θα συνεχισω, γιατι πιστευω σ’ αυτο που κανω. Και με το ιδιο πνευμα θα προσπαθησω να τους τραβηξω παλι με το μερος μου. Δε σταματω, γιατι βλεπω τη δουλεια μου να καλυτερευει καθε τοσο. Ειναι κερδος και του κοινου.

— Μιλα μου για τους υπολοιπους συνεργατες…

Ειμαι δυσκολος στις σχεσεις μου. Σου ειπα για το Γλυκοφρυδη και το Θαλασσινο. Το ιδιο τωρα με τον Κατσουριδη. Δεν ειμαι κοινωνικος τυπος. Ουτε μπορω να ζω οπως η Λασκαρη με δυο δημοσιογραφους στο κατοπι. Ειναι η πρωτη συνεντευξη που δινω, ας πουμε, γυρω απο τη δουλεια μου κι αυτο φανερωνει πως δεν μπορω να συνεννοηθω ευκολα με τους ανθρωπους αν δε μου εμπνεουν εμπιστοσυνη. Κατα τα αλλα, προσπαθω να τελειωνω τις δουλειες μου πριν με παρουν ειδηση. Σου δινουν το σεναριο και μολις ακουσουν πως θα το κοιταξει καποιος ειδικος, να το διασκευασει για το σινεμα, φριαζουν, ωρυονται, σου λενε «αυτος ο ασχετος θα πιασει το σεναριο μου»; Καταλαβαινεις, με τετοια νοοτροπια δε μπορεις να κανεις ευκολα ο,τι θελεις. Οι ιδεες ομως παντα ειναι δικες μου, μεσα απ’ τον ελληνικο χωρο. Κανενας μεχρι τωρα δεν μ’ εχει πει Κυριε Βεγγο. Για ολους ειμαι ο Θανασης.

— Σωστα. Βλεποντας ομως μια ταινια σου ξεχωριζεις αμεσως τη διασταση που υπαρχει αναμεσα στον Θαναση και τα υπολοιπα προσωπα της ιστοριας. Ενω ο Θανασης καταφερνει να ειναι κινηματογραφικος η υποσταση των υπολοιπων δημιουργειται και παραμενει στο επιπεδο της προζας…

Εχεις δικιο. Τα σεναρια δεν με εξυπηρετουν εντελως – αυτο σου το ‘πα. Η μηχανη στο χερι και στο δρομο: ολα λυνονται εκει. Στο σεναριο ειναι δοσμενη η αφορμη. Το πως θα γυριστει και το τι θα ειπωθει πρεπει να βγαινει επιτοπου, εκει στο γυρισμα. Στην αρχη του «Ζιβεγγου» ο Κατσουριδης με κυνηγουσε με τη μηχανη στο χερι μεχρι που επεσα στη θαλασσα. Μονο που δεν μπορει να γινεται παντα ετσι. Συμπιεζουμε το χρονο. Καποτε βρεθηκα σ’ απελπιστικη θεση. Πηγαινω στο Λαζαριδη. «Θελω ενα σεναριο» του λεω, «πανω κατω ετσι». Το γυρισμα επρεπε να τελειωσει σε εικοσι μερες. Καταλαβαινεις οτι σ’ αυτες τις περιπτωσεις δε μπορεις να δουλεψεις παραπανω απο μια δυο σκηνες, γιατι δε σε παιρνει ο χρονος. Ολα τ’ αλλα προσωπα στεκουν. Αν δε μιλησουν δεν υπαρχουν.

— Κι ο Θανασης καπου-καπου δεν προσεχεται οσο θα ‘πρεπε. Μερικες φορες, ενω ο δρομος οδηγει στην κοινωνικη σατιρα, οι βλεψεις του σεναριου σταματουν στη φαρσα. Χανεται ετσι η ευκαιρια να αποχτησει μεγαλυτερο βαρος το εργο. Θυμαμαι τη σκηνη με το Μηλιαδη στο «Βεγγος για Ολες τις Δουλειες», οταν βρισκεσαι κατω απ’ το τραπεζι και ανακαλυπτεις την απατη. Τα λογια του Μηλιαδη, ενω θαυμασια μπορουν να χρησιμευσουν σαν αφετηρια για μια κοινωνικη κριτικη, παραμενουν στα κατατοπιστικα στοιχεια που εξωτερικα μονο βοηθουν το μυθο…

Εχεις δικιο. Ετσι πρεπει να’ ναι οπως τα λες. Ομως δεν ξερω. Δεν υπαρχει σου λεω χρονος, κι ισως, ταινια με ταινια, φτασουμε μεχρι εκει. Σιγουρα θα φτασουμε. Βλεπεις, συνεχεια καλυτερευει η δουλεια μας και μπαινει σε καποιον δρομο.

— Πολλες φορες σε συναντησα μεσα σε σινεμα οπου παιζοταν ταινια τεχνης. Αυτο μου εκανε εντυπωση…

Ναι, αληθεια, βλεπω πολυ σινεμα. Εξη με εφτα ταινιες τη βδομαδα. Δε γινεται αλλιως, εκει μεσα καταλαβαινεις καλυτερα τα πραγματα. Παιζω στο θεατρο επειδη εχω αναγκη απο λεφτα. Τιποτα δε με συγκινει εκει και δεν εχω σκοπο να συνεχισω. Λοιπον, κι ο Κουνδουρος εβλεπε πολυ σινεμα. Αυτο εχει αξια. Ξερω πως ειμαι πρωτογονος, οσον αφορα τη νοοτροπια μου στο σινεμα, κι αλλη λυση απο το ιδιο το σινεμα δεν υπαρχει για να βελτιωθω. Τελευταια ειδα το «Ψηλα τα Χερια Χιτλερ» του Μανθουλη. Δεν μ’ αρεσε πια ο Βεγγος εκει μεσα. Τωρα θα επαιζα διαφορετικα το ρολο. Αυτο ειναι κερδος, δεν νομιζεις;

— Και βεβαια. Πες μου τωρα, ο χαρακτηρας «Θανασης» τι προσφερει σε μια κοινωνια σαν τη δικη μας;

Τι προσφερει; Τι να σου πω… Δεν ξερω.

Δημοσιευτηκε στο περιοδικο Συγχρονος Κινηματογραφος τον Ιουνιο του 1970 και ψηφιοποιηθηκε στο μπλογκ “

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Δεν θα σας στοιχισω τιποτα!», απαντησε στην προταση για γευμα. «Δυστυχως, δεν βγαινω σχεδον καθολου απο το σπιτι». Η συναντηση πρωινη, στο διαμερισμα της Ηπειρου, στην Αγια Παρασκευη, στον 4ο οροφο. Την πορτα ανοιγει ο ιδιος ο Θανασης Βεγγος και με αργα, προσεκτικα βηματα μας οδηγει στο καθιστικο. Ενας καναπες, δυο πολυθρονες, με περιποιημενο λευκο – κρεμ προσκεφαλι. Παλια συνηθεια, που υπογραμμιζε την εγνοια της νοικοκυρας για το σπιτι και για τα επιπλα. Αισθητικα και πρακτικα (να μη φθαρει η στοφα) παραπεμπει σε αλλες εποχες. Ενα μανουαλι, εικονες, ποικιλα επιπλα, ενας μεγαλος πινακας με προσωπογραφια του Θαναση Βεγγου δεσποζει. Ευχαριστη θεα απο τα παραθυρα. Σπιτι που εχει διασχισει αλωβητο τις δεκαετιες, με ζωη πυκνη, οικογενειακη. «Καθιστε οπου θελετε», η προτροπη. «Να μη σας ξεβολεψω», λεω, καταλαβαινοντας οτι η θεση του ειναι δεδομενη. «Αστειευεστε;», αποκρουει με ενα ανυποκριτο αισθημα φιλοξενιας και μου υποδεικνυει την αναπαυτικη μπερζερα.

«Φοβαμαι, οτι αυτον τον καιρο, λογω της ταινιας (σ. σ. εμφανιζεται στην “Ψυχη βαθια” του Παντελη Βουλγαρη) εχετε εκτεθει στον Τυπο περισσοτερο απο ο, τι αντεχετε», ξεκινω διστακτικα, ετοιμη να κρατησω σημειωσεις. Δυο πραγματα μπορουν (μπορουσαν) να προκαλεσουν πανικο στον Θαναση Βεγγο: η σκονη, καταλοιπο της Μακρονησου, και τα δημοσιογραφικα μαγνητοφωνα. Στα 83 του, μοιαζει συμφιλιωμενος και με τα δυο.

Εσωτερικα χιλιομετρα

‘Oταν τον συναντησαμε πριν απο 10, περιπου, χρονια, στα γυρισματα της ταινιας του Παντελη Βουλγαρη «Ολα ειναι δρομος», στο Δελτα του Εβρου, αρνηθηκε το μαγνητοφωνο ευγενικα, αλλα και αδιαπραγματευτα. Διηγιοταν, μιλουσε με ενταση, τονιζε και «τραβαγε» τις συλλαβες, συνοδευοντας με μικρες νευρωδεις κινησεις, τιναγματα, στα χερια και στο κεφαλι, καθε επεισοδιο της ζωης του. «Ετρεχα σε ολη μου τη ζωη με 300… Αλλα δεν εκοψα ποτε το νημα γιατι συνεχως μου το μετακινουνε. Ολο πλησιαζα και ολο μου το πηγαιναν λιγα μετρα πιο ‘κει…», ελεγε τοτε. Τωρα, παιρνει θεση στον καναπε, τα χιλιομετρα που διανυει ειναι εσωτερικα, ο χρονος εχει αποκτησει σχετικοτητα, οι ημερομηνιες δηλωνονται κατα προσεγγιση. Δεν κρυβει τα προβληματα υγειας, δεσμιος σε ενα σωμα που δεν ακολουθει τις διαθεσεις του.

Η συζητηση δεν υπακουει σε τυπικες προδιαγραφες. Οι φρασεις μπορουν να μενουν μισοτελειωμενες, να περναμε απο το ενα θεμα στο αλλο, να παρατηρουμε μαζι τις οικογενειακες φωτογραφιες, να γινομαστε απο δυο, τρεις οταν η συζυγος του Ασημινα εμφανιζεται για να σερβιρει, να διορθωσει διακριτικα μια ημερομηνια, να θυμηθει την πρωτη τους συναντηση.

Δεν ειχα ποτε φιλοδοξια να γινω καλος ηθοποιος. Ηθελα να ειμαι δουλευταρας. Να δουλευω με ταχυτητες μεγαλες.

Πως να βαλεις εξαλλου σε μια σειρα πανω απο 120 ταινιες, θεατρικους ρολους, τηλεοπτικες εμφανισεις, μια ζωη και ενα προσωπο πανω στο οποιο αποτυπωνονται η πορεια της μεταπολεμικης Ελλαδας, η οδυσσεια του Νεοελληνα που ελπιζει και αποτυγχανει, που ονειρευεται και απογοητευεται. Αλλα συνεχιζει να πορευεται.

«Ο Βουλγαρης, ο Κουνδουρος, ο Κατσουριδης, εφεραν τη ζωη μου ανω κατω. Ειδικα ο Κουνδουρος. Ειμαστε μαζι στη Μακρονησο. Μου ειπε: “Θαναση, θα γυρισω μια ταινια και θα σε βαλω να παιξεις”. Τι λεει ο ανθρωπος; Σκεφτηκα. Υστερα απο χρονια εμφανιζεται ο Κουνδουρος στην Καλλιθεα οπου δουλευα σε ενα παταρι επισκευαζοντας τσαντες γυναικειες, πορτοφολια και με εκανε ηθοποιο». 1954 και «Μαγικη πολη». Ο Θανασης, οπως λεγεται ο ηρωας, ειναι σπαρακτικα καλος. Τον πνιγει το δικαιο του αδικημενου, δεν αντεχει τον θριαμβο του αδικου.

Ο χρονος κρατησε ανεπαφη αυτην την πτυχη του Θαναση Βεγγου.

Εμφανιζεται διακριτικα η κυρια Ασημινα Βεγγου. Με την ακρη του ματιου, εβλεπα τη φιγουρα της να πηγαινοερχεται στα δωματια, ολοκληρωνοντας τις πρωινες δουλειες του σπιτιου. «Η γυναικα μου», τη συστηνει υπερηφανα.

«Θα παρετε κατι;»

«Νερο, ευχαριστω πολυ»

«Και καφε, φερε και καφε», παρεμβαινει ο οικοδεσποτης.

«Ο μονος καφες που υπαρχει στο σπιτι ειναι ελληνικος», συμπληρωνει εκεινη.

«Που λετε, μη δω σκονη και στραβο πραγμα», συνεχιζει ο Θ. Βεγγος ισιωνοντας την ακρη ενος σεμεν. «Η σκονη στη Μακρονησο ηταν αλλο πραμα. Απο τα μαγειρεια, για να πας στο αντισκηνο, ο αερας επαιρνε τα φασολια απο την κατσαρολα και εμενε μονο η σκονη».

Πως ηταν η καθημερινοτητα στη Μακρονησο;

«Επρεπε να σας δειξω μια φωτογραφια κατω απο την οποια ο Κουνδουρος εγραψε: “Το παρον ονομαζεται φανταρος”».

Τι επρεπε να διαθετετε για να βγαλετε περα τη ζωη σας εκει;

«Αντοχη και ψυχραιμια. Ηταν πεντε ταγματα. Ημουν στο δευτερο. Περασαν πολλοι επωνυμοι ανθρωποι. Καθε μερα 11 με 12 πηγαιναμε στο βουνο της Μακρονησου και μαζευαμε αφανες για τη φωτια. Επρεπε να μαζευουμε τεσσερις με πεντε».

Η αληθεια μιας εποχης

O θεατρικος συγγραφεας και σκηνοθετης Γιωργος Λαζαριδης εχει αφηγηθει το εξης περιστατικο: «Στις δοκιμες του “Τρελου του Λουνα Παρκ” (1970) ο Θανασης επρεπε καποια στιγμη να σταματησει τις τρεχαλες πανω στη σκηνη για να τον παρακολουθησει και ο θεατης. “Δασκαλε, αδυνατο να φρεναρω. Ειμαι ηθοποιος ανοιχτης θαλασσας, καταλαβε το”, ελεγε στον Μιχαηλιδη, τον σκηνοθετη του. “Κι ομως Θαναση μου, στη σκηνη του μονολογου που λες για τη ζωη σου πρεπει να κατσεις σ’ αυτο το σκαμνακι και να συγκεντρωθεις. Αλλιως, δεν βγαινει συγκινηση”. Πραγματι στην προβα τζενεραλε ο Θανασης καθεται στο σκαμνακι του μονολογου και δινει ρεσιταλ. Κλαιγοντας τελειωσε. Ορθιοι χειροκροτουσαν. Τρεχει συγκινημενος και ο Μιχαηλιδης στα παρασκηνια. “Ειδες Θαναση μου που ειχα δικιο;”. “Δασκαλε: Δεν βγηκε απο το σκαμνακι η συγκινηση. Σκεφτομουν οτι αυριο ερχονται κλητηρες και μου παιρνουν το σπιτι και δεν ξερω που να βολεψω τη Μινα και τα παιδια…”».

Καπως ετσι πορευτηκε ο Θανασης Βεγγος ως σημερα: «μακελευοντας τη ζωη του». «Μακελεμενος λειτουργουσα. Βολεμενος ποτε», εχει πει στο παρελθον. Γι’ αυτο και δεν εκανε ποτε περιουσια. Γι’ αυτο και αν και «περασαν πολλα χρηματα απο τα χερια του εξαφανιζονταν σε λιγους μηνες». Δουλεψε σκληρα για να επιβιωσει, βιωσε εξοριες και απωλειες. Ως «πολιτης β’ κατηγοριας» εκανε καριερα. Δεν εχει καμια σχεση με τη δημοφιλια των σημερινων σταρ, με τις τηλεπερσονες του περιφερομενου ναρκισσισμου σε σημειο αυτισμου. Ο Θανασης Βεγγος ειναι φτιαγμενος απο πραγματικα υλικα. Ζει αποτραβηγμενος, οχι απο στυλ, αλλα απο αναγκη. Οσο και να τον στριμωχνει η αδυναμια του να τρεξει, εχει ηδη διανυσει τοσα χιλιομετρα που μπορει να απολαμβανει τη συντροφια των οικειων του, χωρις ενοχες. Δεκαετιες τωρα το εργο του παραμενει μοναδικο στην αυθεντικοτητα του: χαρτογραφησε, σε αυτην την ξεφρενη πορεια του, τη μεταπολεμικη Ελλαδα, το μελοδραμα και τη φαρσοκωμωδια, την παραγκα και το σεραϊ της. Ο Αλεξης Δαμιανος ειχε ευστοχα σχολιασει οτι ο Θανασης Βεγγος «εφερε με αξιοπρεπεια ακομη και τον ευτελισμο του εμπορικου κινηματογραφου». Και η αληθεια ειναι οτι οταν εχεις γυρισει πανω απο 120 ταινιες, δεν ειναι δυνατον να ειναι ολες εφαμιλλες της «Μαγικης πολης» και του «Δρακου».

Απο τη ζωη μου κραταω οτι με αγαπησαν 4 εκατομμυρια ανθρωποι και με μισησαν τρεις. Νομιζω οτι δεν θα ειναι παραπανω.

‘Oμως, μπορει να εμφανιζεται στην «Ψυχη βαθια» σε μια μονο σκηνη, ως παππους που αναζηταει τη σορο του εγγονου, να λεει «δεν ειναι πολεμος αυτος, ντροπη ειναι» και στο βλεμμα του να κλεινει την αληθεια μιας εποχης.

Μας υποδεχτηκε στο διαμερισμα της Ηπειρου με μια, απροσμενη για τους καιρους, καλοσυνατη οικειοτητα. Μας αποχαιρετησε επιμενοντας να ερθει, μαζι με την κυρια Ασημινα, ως την εξωπορτα. Και να περιμενουν μαζι μου το ασανσερ. «Μα δεν υπαρχει λογος…», ψελλισα. «Βεβαιως και υπαρχει»., παρατηρησε.

– Η πιο χαρακτηριστικη φραση της καριερας σας ειναι η προσφωνηση «Καλε μου ανθρωπε…». Την πιστευετε;

Για ονομα του Θεου! Καθολου… Τοτε, θα μου πειτε, γιατι το ελεγα… Ερχεται ο καφες δινοντας χρονο για ανασυνταξη. «Στην υγεια σας. Και στην υγεια της Ιωαννας (Καρυστιανη) και του Παντελη (Βουλγαρη). Τους αγαπαμε παρα πολυ», ευχεται η κυρια Ασημινα, τακτοποιωντας στο μικρο τραπεζι που βρισκεται στη μεση το κεϊκ (που ειχα υποσχεθει πως θα φερω συμβαλλοντας στον πρωινο καφε), κουλουρια, ενα μπολ με σοκολατακια υγειας. «Ο Παντελης μου εστειλε ενα σημειωμα οτι γυριζει την ταινια και θα ηθελε να εμφανιστω. Εικοσι πλανα ολα κι ολα. Αλλα με ηθελε κοντα του. Μου λεει ο μικρος μου γιος, ο Χαρης, πατερα ουτε να το συζητας. Πρεπει να πας. Και πηγα. Παρα το γεγονος οτι εχω στην πλατη μου αρκετα εγκεφαλικα επεισοδια… Θυμαστε και το ατυχημα με το τρενο; Γυριζαμε με τη γυναικα μου απο την Κορινθο. Εκεινη κινδυνεψε πολυ. Εκ των υστερων καταλαβα ποσο πολυ. Οτι ειναι σημερα καλα οφειλεται κυριως σε εναν γιατρο που το πηρε προσωπικα και δεν εφυγε απο διπλα της.»

– Ποσα χρονια ειστε μαζι;

45… Πως ειπατε;, διορθωνει η κυρια Ασημινα. Πενηντα δυο, παρακαλω! Απο τα 19 μου.

– Πως γνωριστηκατε;

Της πηγαινα παγο στο σπιτι. Δουλευα σε γαλακτοπωλειο. Ανεβαινα το λοφο Σκουζε με 100 χιλιομετρα. Πιστεψτε με! Με τον παγο στο χερι. Η μια πορτα ανοιγε, η αλλη εκλεινε. Ειστε πολυ καλη, της ελεγα. Μακαρι να ηταν ολες οι πελατισσες σαν κι εσας.

– Τι σας συγκινησε πανω του; Απευθυνομαι στη συζυγο.

Τα ωραια πρασινα ματια του. Η λαμψη απο ευγενεια, καθαροτητα και καλοσυνη που εξεπεμπαν… Ε, και τρελα! Μια δοση τρελας, υπηρχε, χαμογελαει ο Θ. Βεγγος .

Mισο αιωνα στον χωρο του θεαματος.

Οι συναδελφοι του σχολιαζουν την τοση εντιμοτητα και αφοσιωση του στην οικογενεια σχεδον ως παραδοξοτητα. Γι’ αυτο και η ερωτηση «τι ρολο επαιξαν οι γυναικες στη ζωη σας», απλωνει ενα ανεπαισθητο κοκκινο στο προσωπο του. Ειμαστε 52 χρονια μαζι. Μιλαμε για λατρεια.

– Ναι, αλλα ασκειτε και ενα επαγγελμα που, ας πουμε οτι, δεν βοηθαει τις μακροχρονιες σχεσεις, επιμενουμε.

Εχετε δικιο. Αλλα για μενα ηταν αυτονοητο οτι θα περασω με τη Μινα. Δεν προλαβαινα κιολας!

– Χαλαρωνατε ποτε; Οχι! Τωρα μονο, αναγκαστικα…

– Τι σας ενοχλει σε αυτο; Οτι καταφθανει η ωρα μηδεν…

Η μερα ειναι φωτεινη. Κοιταει εξω απο το παραθυρο, στο βαθος του οριζοντα. Τρωει με προσοχη λιγο κεϊκ. Η παυση, αναγκαια. Η κυρια Ασημινα εχει αποσυρθει στα ενδοτερα. Η στιγμη δεν εχει ουτε αμηχανια, ουτε αγωνια, ουτε αιχμες. Μονο ησυχια.

– Ποιο ηταν το καυσιμο για τη δικη σας μηχανη; Το δικο σας «καρβουνο» για να συνεχισετε;

Απαντα χωρις να σκεφτει: «Δεν ειχα ποτε φιλοδοξια να γινω καλος ηθοποιος. Ηθελα να ειμαι δουλευταρας. Να δουλευω με ταχυτητες μεγαλες.»

Ηταν, αραγε, κατι που ηθελε να αφησει πισω του η κατι που επιδιωκε να συναντησει μπροστα του; Διατυπωνω περισσοτερο μια σκεψη παρα ερωτηση. «Αφηνω σε εσας την απαντηση», αποκρινεται στον ιδιο τονο.

«Κατι ειχε η φατσα μου που εφερνε τον αλλον κοντα μου. Ισως, οταν επεφτε η ματια τους επανω μου, ηξεραν οτι ειμαι ενας πολυ ενταξει ανθρωπος. Υπηρξαν και ανθρωποι που επεμεναν να με αποκαλουν “κυριε Βεγγο”. Ε, εκει γινομουν εξω φρενων! Μα, Θαναση με λενε! Ειναι δυνατον να με φωναζετε κυριε Βεγγο; Ενας λαϊκος ανθρωπος ημουν.»

Ειναι στιγμες που το βλεμμα του υγραινεται. Γεμιζει απο εικονες, ιστοριες, συναντησεις. Δεν το δηλωνει ευθεως, αλλα κουραζεται. Θα καταρρευσει προκειμενου να μη γινει αφιλοξενος. Καταλαβαινω γιατι σηκωνει το τηλεφωνο ο μικροτερος γιος, ο Χαρης, δημιουργωντας εναν προστατευτικο κλοιο γυρω απο τον πατερα του.

– Τι δεν αντεχετε περισσοτερο;

Την υποκρισια και την ψυχικη μιζερια. Αυτο, το εσωτερικο στριμωγμα στους ανθρωπους.

– Ποιο ειναι το μεγαλο δωρο που πηρατε απο τη ζωη;

Πεινασα πολυ κι εγω και η οικογενεια μου. Πολλα χρονια. Μην κοιτατε που μενω τωρα. Γεννηθηκα στο Νεο Φαληρο, το ’27. Για μια 20ετια η φτωχεια ηταν πολυ μεγαλη. Στην αρχη, με τη γυναικα μου, μεναμε σε ενα δωματιο.

– Εχετε περασει και καλα στη ζωη σας ομως;

Ναι, ασφαλως, Απεκτησα δυο γιους, τον Βασιλη, πενηντα ετων, και τον Χαρη, 40. Απο τον Βασιλη εχω δυο εγγονια που λατρευω. Την Αγγελικη και τον Θανασακο.

Στις φωτογραφιες απεναντι, χαμογελουν αφοπλιστικα. Και απο το διπλανο τραπεζι, απο τον τοιχο, παντου, συντροφευουν τον παππου, οταν δεν ειναι κοντα του.

– Τι κρατατε απο τη ζωη σας;

Οτι με αγαπησαν 4 εκατομμυρια ανθρωποι και με μισησαν τρεις. Νομιζω οτι δεν θα ειναι παραπανω.

Δημοσιευτηκε στην εφημεριδα Καθημερινη

Exit mobile version