Η συγκλονιστικη ανεκδοτη συνεντευξη του Στελιου Καζαντζιδη στα φωτα της δημοσιοτητας μετα τον θανατο του

Μια συνεντευξη που ειχε δωσει ο Στελιος Καζαντζιδης και ποτε μεχρι σημερα δεν ειχε δημοσιευτει. Ο Γιωργος Λιανης, μετα τον θανατο του τραγουδιστη, θελησε να «δωσει» στη δημοσιοτητα, την καταθεση της ψυχης του, που κρατουσε καλα κρυμμενη σε ενα συρταρι. Ο γνωστος δημοσιογραφος δημοσιευσε στην εφημεριδα «Real» ολα οσα του ειχε διηγηθει ο αειμνηστος Στελιος Καζαντζιδης.

Ο Στελιος Καζαντζιδης ειχε μιλησει για ενα απο τα πιο τραγικα γεγονοτα της ζωης του, οταν εχασε τον πατερα του. Οπως αναφερει στην ανεκδοτη συνεντευξη του: «Καποτε, φτασαµε στη Θεσσαλονικη. Εκει υπηρχε ενα καραβι που ειχε ειδικα χορηγηθει απο την κυβερνηση για να µεταφερει ολους τους προσφυγες που ειχαµε ερθει στη Μακεδονια. Το καραβι το ελεγαν “Κορινθια”. Μπηκαµε στοιβαγμενοι ο ενας πανω στον αλλο και φτασαµε στον Πειραια και στην Αθηνα.

Λιγους µηνες µετα, ο πατερας µου πεθανε. Και βεβαια, η αιτια του θανατου του ηταν το αγριο ξυλο, απο το οποιο δεν συνηλθε ποτε. Ενα αγριο και αδικο ξυλο. 

Αν ειχε κανει κατι, θα σ’ το ’λεγα, Γιωργολιανη, αλλα δεν ειχε κανει τιποτα.Ανελαβα σε νεαρη ηλικια µεγαλες ευθυνες. Τη µανα µου Γεσθηµανη και εµβρυο τον µικρουλη αδελφο µου που αργοτερα τον ονοµασαµε Σταθη. Εκανα ολες τις δουλειες του κοσµου. Πουλουσα νερο µε σταµνα στην Οµονοια, πουλουσα τσιγαρα, δουλευα στη λαχαναγορα. Το νερο αφηνε χρηµατακια τοτε. Ηταν δυσευρετο. ∆εν υπηρχαν και τα ψυγεια. ∆ουλεψα σε εργοστασια, δουλεψα σε οικοδοµες, αν και στενοχωριοµουν πολυ, γιατι µολις επιανα να ξεκινησω, ειχα µπροστα την εικονα του πατερα µου. Αυτος µε τα αγια χερια του εκτισε το σπιτακι του στη Νεα Ιωνια, πετρα-πετρα και δωµατιο-δωµατιο και µας το εκανε ενα διπατο παλατι. Με πιανουν κλαµατα οταν τα θυµαµαι ολα αυτα».

Φανταζοµαι, Στελιο, οτι η γεµατη απο τοσες αδικιες ζωη σου, οταν ανδρωθηκες, οταν πηγες φανταρος, θα καλυτερευσε.

«Γιωργολιανη, δεν καλυτερευει η ζωη του γιου ενος αριστερου στον στρατο. Απεναντιας χειροτερεψε. Θυµαµαι καλα οτι οι ανωτεροι µου µε κοιταζαν µε µισος. Μεχρι που µε αποκαλεσαν “διαφθορεα του Ελληνικου Στρατου”, “ανθρωπο του ευκολου κερδους”. Αργοτερα, η µοιρα µου εφερε κι αλλο χουνερι. Ερωτευτηκα την Γκρεϋ, την ερωτευτηκε ενας ταγµαταρχης οταν ερχοταν να µε δει, και µε ξαποστειλε στη Μακρονησο. Χωρις κανεναν αλλο λογο. Εκει ειδα ανθρωπους να βασανιζονται αναιτια. Αγρια. Ηταν µαρτυρες του Ιεχωβα. Ειναι µια θρησκεια µε την οποια δεν ασχοληθηκα ποτε. Και για την οποια δεν ξερω πολλα πραγµατα. Αλλα ξερω οτι οι πιστοι αυτης της θρησκειας στον στρατο βασανιστηκαν γιατι αρνηθηκαν να παρουν οπλο. Αυτα τα παιδια ηταν µορφωµενα και πολλα ηταν πλουσιων οικογενειων. Η λιγοτερη φυλακη που ετρωγαν ηταν 10 χρονια. Οταν ειδα λοιπον οτι υπαρχουν µεγαλυτερες αδικιες απο τη δικη µου, καταλαβα οτι στη ζωη δεν µπορεις να εχεις κεντρο τον εαυτο σου. Υπαρχουν και οι αλλοι εκτος απο εσενα».

∆εν εκανες τοτε ονειρα για τη ζωη σου; ∆εν σκεφτηκες να κανεις µια οικογενεια; ∆εν θελησες να δεις τη ζωη σου να λαµπει µεσω ενος δικου σου παιδιου;

«Ασφαλως κι εγω θελησα να κανω οικογενεια. Καποτε το ειχα σκεφτει και προσπαθησα. Κι εφτασα και στον γαµο. Αλλα ξερεις, οι γυναικες που χειροκροτουνται, δυσκολα κανουν σπιτι. Αυτες ανηκουν στον κοσµο. ∆εν ανηκουν ουτε σε σενα, ουτε στην οικογενεια».

Τη σπανιοτητα της φωνης σου, το χαρισµα το µεγαλο που εχεις, ποτε το ανακαλυπτεις και που το αποδιδεις;

«Στα παρτι µεσα, τα παιδια το καταλαβαν νωρις και µε εβαζαν να τραγουδαω καθε βραδυ. Στα εργοστασια που δουλευα, στα υφαντουργεια, µε εβαζαν και τραγουδουσα. Ολοι τραγουδουσαµε τοτε. Μια µερα, ενας γνωστος του Γιαννη Παπαϊωαννου µε πηρε απο το χερι και µε πηγε στην “Τριανα” του Χειλα, να µ’ ακουσει. Μ’ ακουσε λοιπον ο κυρ-Γιαννης, αυτος ο θαυµασιος ανθρωπος, και φαινεται οτι ενεκρινε τη φωνη µου, γιατι µου ζητησε την αλλη ηµερα να παω σπιτι του, να µου διδαξει ενα καινουργιο τραγουδι».

∆εν ειχες καποια κληρονοµικοτητα, καποιον συγγενη που να ειχε ταλεντο αναλογο µε το δικο σου;

«Γιωργολιανη, µου ξυνεις πληγες. Στην κληρονοµικοτητα πιστευω εγω. Εχω ασχοληθει. Εεε, το αρσενικο ειναι σε θεση να κληρονοµησει µεχρι και την ελιτσα που εχει ο πατερας σε καποιο σηµειο του προσωπου. Κι εγω ειχα στην οικογενεια µου µια γιαγια, στα βαθη της Ανατολης, που η µανα µου ελεγε οτι υπηρξε µια απο τις καλυτερες µοιρολογιστρες της Τουρκιας. Την καλουσαν παντα σε κηδειες υψηλων προσωπων και αµειβοταν ηγεµονικα. Ηταν σπαρακτικη η φωνη της. Την ακουσα κι εγω µερικες φορες. Και νοµιζω πως απο εκει ξεκιναει η ριζα της δικης µου φωνης».

Μηπως θυµασαι κανενα περιστατικο πιο παλιο, ας πουµε απο τα χωραφια που δουλευες στο Κιλκις η εκει που βοηθουσες τον πατερα σου στις οικοδοµες; Θυµασαι τον εαυτο σου να τραγουδαει τοτε;

«Βεβαιως, λες για τα χρονια της Κατοχης. Τραγουδουσα παντα στη φυση. Αισθανομουν πιο ανετα, γιατι τραγουδουσα οσο δυνατα ηθελα. Μου λεγανε οτι τραγουδουσα τοσο δυνατα, ωστε απο τα σηµεια που βρισκομουν τα βραδακια, εφτανε η φωνη µου µεχρι τα σπιτια του χωριου και οι ανθρωποι εβγαιναν στα µπαλκονακια για να την ακουσουν και µετα, οταν γυριζα εγω στο σπιτι, µου εδιναν ο,τι καλυτερο ειχαν: πετιμεζι, γλυκο σπιτικο, φρουτα, αυτα που φυλαγαν για τα παιδια τους. Τα θυµαµαι πολυ καλα αυτα».
Ποτε εγραψες το πρωτο δικο σου τραγουδι;

«Γιωργολιανη, ωραια ερωτηση. Το πρωτο τραγουδι που εγραψα ειναι το “Η κοινωνια µε κατακρινει”».
Τι λες; Αυτο ειναι τραγουδαρα!

«Χαιροµαι που σ’ αρεσει. Αυτο το τραγουδι το εγραψα ολο µονος µου. Και στιχους και µουσικη. Οταν ηµουν 17 χρονων. Ασχετα αν το ειπα σε δισκο το 1957».

Πως σου ’ρθε και εγραψες ενα τετοιο κοινωνικο τραγουδι;

«Γιατι; Λιγα ειναι αυτα που σου εξιστορησα; Λιγα ειναι αυτα που ειχα τραβηξει; Ολοκληρη η Νεα Ιωνια εκεινα τα χρονια ηταν φωλια βασανων».

Recommended For You