Ελληνική γλώσσα: Αλήθεια Ξέρεις τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις;

Του Γιώργου Μπαμπινιώτη

Α

Αγλάισμα

(αρχαία λ. ἀγλάισμα < ἀγλαΐζω «λαμπρύνω, δοξάζω» < αρχ. ἀγλαός «λαμπρός, φωτεινός», που ίσως συνδ. με τις λ. ἀγάλλομαι, γελῶ, γαλήνη)

= αυτό για το οποίο χαίρεται κανείς· καύχημα, στολίδι, καμάρι


loading...

π.χ. «Σαλαμίνα, στολίδι τού Σαρωνικού και αγλάισμα των αιώνων!»
π.χ. «Στην προσφώνησή του ο πρύτανης χαρακτήρισε τον αποχωρούντα καθηγητή αγλάισμα τού πανεπιστημίου».

Αδολεσχία

(αρχαία λ. ἀδολεσχία < ἀδολέσχης «φλύαρος» πιθ. <στερητ. ἀ- + αδο- [ἡδύς] + λέσχη «ομιλία» = ο μη ηδύς (ευχάριστος) στην ομιλία, ο ενοχλητικός στην ομιλία, ο φλύαρος)
= φλυαρία, ενοχλητική πολυλογία
π.χ. «Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε από μερικούς αντιπάλους του ότι η διαλεκτική του ήταν εν πολλοίς αδολεσχία που δεν γινόταν αισθητή στους μαθητές του»

Άλως

(αρχαία λ. ἡ ἅλως [τῆς > ἅλω] «αλώνι – φωτεινός δακτύλιος»)
= φωτεινός δακτύλιος (ηλίου, σελήνης), φωτοστέφανο (αγίων)
π.χ. «Για να απαλλαγεί από την κατηγορία τής διαφθοράς εμφανίζεται ως υπερασπιστής των φτωχών με την άλω τής αγιότητας»

Αμετροέπεια

( λόγια λέξη [1887] < αρχ. ἀμετροεπής < ἄμετρος+ ἔπος «λόγος»)
= έλλειψη μέτρου στα λεγόμενα, πολυλογία, κενολογία
π.χ. «Παρά την αναμφισβήτητη μόρφωσή του η αμετροέπεια στους λόγους του προκαλεί δυσμενείς εντυπώσεις και τον αδικεί»

Άθυρμα

(λόγια λέξη < αρχ. ἀθύρω «παίζω»)

= παιχνίδι, παίγνιο, (μεταφορικά) πιόνι, μαριονέτα

π.χ. «Δεν έχει ισχυρή προσωπικότητα. Είναι άθυρμα στη βούληση των ισχυρών»

Ανειμένος

( < ανίημι «χαλαρώνω, ξεσφίγγω», παράβαλε το ομόρριζο άνεσις)
= χαλαρός
π.χ. «Χρησιμοποιεί πολύ ανειμένη γλώσσα που δεν ταιριάζει σ’ ένα αυστηρώς επιστημονικό κείμενο.»

Αποφορά

(αρχαία λέξη [<αποφέρω] με αρχική σημασία «ό,τι αποφέρει φόρους» και μετέπειτα «ό,τι αποφέρει / αποπνέει δυσάρεστη οσμή», άρα «δυσωδία»)
= δυσωδία, άσχημη οσμή, βρόμα
π.χ. «Η αποφορά τής διαφθοράς πλημύρισε τη χώρα. Είναι καιρός να καθαρίσει η χώρα από αυτή την κόπρο τού Αυγείου»

Αργυρώνητος

(αρχαία λέξη ἀργυρώνητος < ἄργυρος «χρήματα» + ὠνοῦμαι «αγοράζω»)
= εξαγορασμένος, πουλημένος
π.χ. «Η πλειονοψηφία που έδωσε τότε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση λέγεται ότι περιελάμβανε και τρεις αργυρώνητους από την αντιπολίτευση».

Αρχολίπαρος

( αρχαία. λ. < ἀρχή + λιπαρῶ «επιθυμώ»∙ πρβλ. εκ-λιπαρώ)
= αυτός που επιδιώκει αρχές και αξιώματα, φίλαρχος, αρχομανής
π.χ. «Χαρακτηρίζεται από τους φίλους του ως αρχολίπαρος, γιατί συνεχώς μιλάει και ενδιαφέρεται να καταλάβει κάθε μορφής εξουσία»

Αχλύς

( αρχ. ἀχλύς «ομίχλη, συννεφιά»)
= ομίχλη, καταχνιά, θολούρα
π.χ. «Αχλύς μυστηρίου καλύπτει την υπόθεση τής εξαφάνισης τού χειρογράφου»

Β

Βάσανος, η

(αρχαία λέξη, αιγυπτιακής προέλευσης, που δήλωνε τη «λυδία λίθο» με την οποία ελέγχετο η γνησιότητα τού χρυσού αλλά και την εξονυχιστική εξέταση για κάτι. Η λέξη εξελίχθηκε τους μεσαιωνικούς χρόνους σημασιολογικά και γραμματικά στη λέξη το βάσανο «ταλαιπωρία, επώδυνο μαρτύριο»)
= εξονυχιστικός έλεγχος για να εξακριβωθεί η αλήθεια ή η αξία
π.χ. «Η διαδικασία τής εκλογής τού νέου προέδρου θα τεθεί υπό την βάσανο τής δικαστικής διερεύνησης για να ελεγχθεί η νομιμότητά της»

Βόστρυχος

(αρχαία λέξη, ίσως παράλληλος -με εκφραστικό σ-τύπος τής λέξης βότρυχος<βότρυς «τσαμπί (σταφύλια)». Και οι δύο τύποι βόστρυχος/βότρυχος σώζονται σε νεοελληνικές διαλέκτους:βούτρυχος, βούρυχο,πόστρυχο)
= μπούκλα
π.χ. «Η κόμη των κοριτσιών σε αρχαίες παραστάσεις εμφανίζεται πλεγμένη σε βοστρύχους με περισσό κάλλος»

Γ

Γεραρός

(-ά, -ό) (αρχαία λ., < γέρας «βραβείο, τιμητική αναγνώριση»)
= αυτός που αξίζει τον σεβασμό· αξιοσέβαστος.
π.χ. «Ο ασκητής για πολλά χρόνια εγκαταβιούσε στη γεραρά Μονή Κουτλουμουσίου.»
«Φοιτήσαμε στη γεραρά Ζωσιμαία Σχολή.»
«Την επιστολή τού γεραρού συλλόγου υπέγραφε ο τότε πρόεδρός του, Νικόλαος Πολίτης.»
«Πού η γεραρά μορφή σου απεκρύφθη, μεγαλόφωνε Αισχύλε, πού; (Δημήτριος Βερναρδάκης)»

Γλαφυρός

(αρχαία λ., που συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα γλύφω «λαξεύω, σμιλεύω, σκαλίζω» (>γλυπτός), πράγμα που εξηγεί την αρχική σημασία «σκαμμέ¬νος κοίλος, βαθουλωτός». Συνδέεται ετυμολογικά με τη λ. γλυφίδα (< αρχ. γλυφίς, -ίδος «σμίλη»).
= 1. (για ύφος, κείμενο, ομιλία) αυτός που χαρακτηρίζεται από παραστατική, κομψή και λογοτεχνική διατύπωση· κομψός, χαριτωμένος.
π.χ.«Στο κείμενό σου καταφέρνεις να περιγράψεις μια πολύ κοινή κατάσταση με ιδιαίτεραγλαφυρό τρόπο».
π.χ. «Τέτοιου είδους γλαφυρά σχόλια δεν ταιριάζουν σε επιστημονικό δημοσίευμα, που πρέπει να έχει ουδέτερο ύφος».
= 2. (για ομιλητή, συγγραφέα) αυτός που εκφράζεται με άνεση και κομψότητα.
π.χ. «Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα ικανός ομιλητής, στον γραπτό του λόγο αποδεικνυόταν εξαιρετικά συστηματικός και απρόσμεναγλαφυρός».
π.χ. «Ο υπουργός ήταν πάλι γλαφυρός στον διάλογό του με τους δημοσιογράφους».
π.χ. «Ενώ είναι γλαφυρότατος στις περιγραφές του σχετικά με την πόλη και τα αξιοθέατά της, δεν αναφέρει τίποτα για τους πληθυσμούς που κατοικούσαν εκεί».

Γλίσχρος

( < αρχ. γλίσχρος, από ρίζα γλι- «κολλώ»∙ ομόρριζα γλοιώδης, γλίνα, γλίτσα)
= ανεπαρκής, πενιχρός, ισχνός
π.χ.«Δεν μπορείς να έχεις εντυπωσιακά αποτελέσματα με τόσο γλίσχρα μέσα».

Γοερός

( < γόος (ο) «θρήνος, σπαρακτικό κλάμα»)
= θρηνητικός, σπαρακτικός
«Την ομιλία της διέκοπταν γοεροί λυγμοί.»

Δ

Διαρρήδην

(αρχ. < διά + ρη- (πβ. ρή-ση, ρη-τός, ρή-μα) + δην (πβ. άρ-δην, φύρ-δην μίγ-δην)
= κατηγορηματικά, ρητά, απερίφραστα
π.χ. «Απέκλεισαν διαρρήδην την επιμήκυνση τού χρόνου αποπληρωμής τού χρέους»

Δυσήνιος

(< δυσ- + ηνία «χαλινάρια»)
= δυσυπότακτος, που δεν ανέχεται χαλινάρια, που δεν υπακούει εύκολα
«Οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι έχουν να κάνουν με πολύ δυσήνιους υπηκόους»

Ε

Εγγενής

( <  αρχ. ἐγγενής < ἐν + -γενής < γίγνομαι∙ ομόρριζα: α-γενής, συγ-γενής, ενδο-γενής, ευ-γενής)
= έμφυτος, σύμφυτος, από τη γέννησή του
π.χ. «Υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες στην αντιμετώπιση τού προβλήματος»

Εγκολπώνομαι

(αρχ. ἐγκολποῦμαι < ἐν + κόλπος «κοίλωμα, αγκάλη»)
= ενστερνίζομαι, αγκαλιάζω, υιοθετώ
π.χ. «Οι αγωνιστές εγκολπώθηκαν τα διδάγματα τού Κοραή και πήραν τα όπλα»

Εγκύπτω

(αρχαία λ. ἐγκύπτω < ἐν + κύπτω «σκύβω»)
= σκύβω επάνω σε κάτι με προσοχή, ασχολούμαι συστηματικά
π.χ. «Όσοι εγκύψουν στο πρόβλημα τής ανεργίας θα καταλάβουν ότι πρόκειται για μείζον θέμα που απειλεί την κοινωνική συνοχή».

Εμπλεος

[+ γενική] (αρχ. ἔμπλεος/ἔμπλεως < ἐν + πίμπλημι «γεμίζω»∙ ομόρριζα πλέον, πλήρης, πλήθος, πολύς)
= πλήρης, γεμάτος
π.χ. «Ο ομιλητής, έμπλεος αισιοδοξίας, ανέβασε τη διάθεση τού ακροατηρίου»

Ενδιαίτημα

(< αρχ. ἐνδιαίτημα «κατοικία» < ἐνδιαιτῶμαι <ἐν + διαιτῶμαι < διαιτῶ, απ’ όπου και δίαιτα«τρόπος διατροφής»)
= κατοικία
π.χ. «Χρησιμοποιούσε ως ενδιαίτημα πολυτελή βίλα στην Εκάλη»

Ενεός

= άφωνος, άναυδος, σαν χαμένος (από κατάπληξη)
«Η εξαγγελία τής απόλυσής τους μετά από τόσα χρόνια τους άφησε ενεούς»

Ζ

Ζείδωρος

(αρχαία λέξη ζείδωρος < ζειά «είδος σιτηρού» + δῶρον με παρετυμολογική σύνδεση προς ταζω / ζωή)
= ζωογόνος
π.χ. «Το ζείδωρο πνεύμα και τα ενθαρρυντικά του λόγια ενδυνάμωναν το φρόνημα όλων και φιλοτιμούνταν να αποδώσουν ό,τι καλύτερο για το κοινό καλό»

Ζηλωτής

( < ζηλώ «ζηλεύω –τρέφω ζήλο, λαχταρώ» < ζήλος)
= 1. (κακόσημο) φανατικός, φονταμενταλιστής
π.χ. «Δεν είναι απλώς πιστός, είναι ζηλωτής της τήρησης του τυπικού και δεν συγχωρεί καμία παρέκκλιση.»

= 2. (εύσημο) θιασώτης, οπαδός
π.χ. «Υπήρξε ζηλωτής των παραδόσεων του λαού του και πολέμησε γι’αυτές.»

Η

Ηγερία

(από το λατινικό Egeria, όνομα νύμφης, η οποία ισχυριζόταν ο Ρωμαίος βασιλιάς Νουμάς Πομπίλιος ότι τον ενέπνεε στους νόμους που εξέδιδε, προσδίδοντας έτσι κύρος σ’αυτούς)
= γυναίκα που συντροφεύει κάποιον μεγάλο (καλλιτέχνη, διανοούμενο, πολιτικό κ.λπ.) εμπνέοντάς τον
π.χ. «Πολλοί πιστεύουν ότι η Ασπασία υπήρξε ηγερία τού Περικλή»

Ήγουν

(αρχαία λ. ἤγουν «δηλαδή», που προήλθε από συγχώνευση τής φράσης ἤ γ’ οὖν «ή μάλλον»)
=δηλαδή· ήτοι, τουτέστιν, δηλονότι, με άλλα λόγια, αλλιώς.
π.χ. «Ο υπουργός υπέγραψε εσπευσμένως τη μετάθεση τού μέχρι πρότινος συνεργάτη του, ήγουντον εκπαραθύρωσε τεχνηέντως».
π.χ. «Η καλλιτεχνία προϋποθέτει το καλό μέσα της. Αλλιώς γίνεται τέχνη, ήγουν μαστοριά, ήγουνεργολαβία, ήγουν κρατική επιχορήγηση».
(Διονύσιος Σολωμός) «Τούτη τη στιγμή βλέπει στον ύπνο της το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε,ήγουν την αδελφή της που διακονεύει, και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέλασε»

Ημιονηγός

( < ἡμίονος «μουλάρι» + -ηγός <ἄγω)
= (παλαιότερα στον στρατό) οδηγός ημιόνων, μουλαράς
π.χ. « Παλαιότερα, αν τα πολιτικά σου φρονήματα ήταν αντίθετα προς την κρατούσα κατάσταση, στον στρατό σε έβαζαν να υπηρετήσεις στους ομιονηγούς»

Θαλερός

(αρχαία λ., < θάλλω «ανθίζω, ανθοφορώ», το οποίο συνδέεται ετυμολογικά με το ουσιαστικόθαλλός «τρυφερός βλαστός», καθώς και με τα κύρια ονόματα Θαλής, Θάλεια, Ευ-θαλία. Από το θέμα τού θάλλω σχηματίστηκαν διάφορα σύνθετα σε -θαλής, π.χ. αμφι-θαλής, ετερο-θαλής, ευ-θαλής.
[Ενώ το ρήμα θάλλω γράφεται με δύο –λ-, όπως και το αρχ. θαλλός «κλαδί, βλαστάρι», τα υπόλοιπα παράγωγα και σύνθετα γράφονται με ένα –λ-. Αυτό περιλαμβάνει το επίθετοθαλερός και τα σύνθετα αει-θαλής, ετερο-θαλής, αμφι-θαλής.])

= 1. (για φυτά) αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ανθοφορίας.
π.χ. «Είχε ένα υπέροχο εξοχικό με περιποιημένους, θαλερούς κήπους. Εκεί περνούσε όλο το καλοκαίρι».
(Νίκος Καρούζος) «Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι»
= 2. (μτφ.) αυτός που βρίσκεται στην ακμή του.
π.χ. «Στην Κάτω Ιταλία υπήρχαν επί αιώνες θαλερές ελληνικές αποικίες».

Θεμιστοπόλος

(αρχαία λέξη θεμιστοπόλος < θέμις, -ιδος /-ιστος «δικαιοσύνη» + -πόλος [< πέλομαι «κινούμαι»]. Τα σύνθετα σε -πόλος/ -πολος δηλώνουν « τον ταγμένο σε κάτι» : θεμιστο-πόλος, θαλαμη-πόλος, ονειρο-πόλος, περί-πολος )
= λειτουργός τής δικαιοσύνης, νομομομαθής, νομικός
π.χ. « Ο Σαρίπολος, ο Μπαλής κ.ά. μεγάλοι θεμιστοπόλοι τίμησαν και ανέδειξαν τη νομική επιστήμη στην Ελλάδα»

Θρυαλλίδα

(αρχαία λέξη θρυαλλίς «φυτό που χρησίμευε για φιτίλι» < θρύον «καλάμι, βούρλο» + -αλλίς)
= φιτίλι – αφορμή
π.χ. «Η ομιλία τού υπουργού στη Βουλή απετέλεσε τη θρυαλλίδα οξείας σύγκρουσης με την αντιπολίτευση»

Ι

Ιζημα

( < αρχ. ἵζημα < ἵζω «κατακάθομαι»∙ πρβλ. καθ-ίζω, καθ-ιζάνω – καθ-ίζηση, συν-ιζάνω – συνίζηση)
= κατακάθι
π.χ. «Στον παραδοσιακό καφέ, σε αντίθεση με τον γαλλικό, τον αμερικάνικο ή τον εσπρέσο, μετά το βράσιμο μέσα σε νερό παραμένει πάντα ένα ίζημα από καφέ στον πάτο τού φλιτζανιού»

Ιθύνων

(αρχαία λέξη, μετοχή [ίθύνων, -ουσα, -ον] τού ἰθύνω «κατευθύνω» < ἰθύς «ευθύς»· στον Όμηρο χρησιμοποιείται το επίρρημαἰθύς αντί τού ομορρίζου εὐθύς)
= αυτός που κατευθύνει, που καθοδηγεί άλλους (τι να πράξουν κ.λπ.)
π.χ. «Ιθύνων νους όλης τής κίνησης για τα δικαιώματα τής γυναίκας στην Ελλάδα υπήρξε η Καλιρρόη Παρέν»

Ιλαρός

(αρχαία λ. ἱλαρός < ἱλάσκομαι «εξιλεώνω, εξευμενίζω» (από όπου προέρχεται το ουσιαστικόἱλασμός «εξιλέωση, μέσο κάθαρσης»), το οποίο συνδέεται ετυμολογικά με το αρχ. ἵλεως«ευμενής, ευνοϊκός»)

= αυτός που χαρακτηρίζεται από χαρά και ευθυμία· φαιδρός, εύθυμος, χαρωπός· (συχνότερα ειρωνικά για κάτι αστείο).

π.χ. «Εάν δημιουργήθηκε ιλαρή διάθεση από κάποιους, ζητώ συγγνώμη και αναλαμβάνω εξ ολοκλήρου την ευθύνη.
π.χ. «Η δύσκολη αυτή κατάσταση είχε, όμως, και την ιλαρή της πλευρά».
«Τού κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγικήν απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
(Κώστας Καρυωτάκης)

Διαβάστε και το Α’ μέρος: Ελληνική γλώσσα: Ξέρεις τι σημαίνουν; (μερικές λέξεις-Α’)

Κ

Καθεύδω

( < κατά + εὕδω «κοιμάμαι»)
= κοιμάμαι
π.χ. «Η ηγεσία τού υπουργείου καθεύδει, όταν είναι πασιφανές ότι πρέπει να αναληφθούν αμέσως δραστικά μέτρα.»

Καταυγάζω

(αρχαία λ. καταυγάζω < κατὰ + αὐγάζω «φωτίζω» <αὐγή)
= φωτίζω έντονα, ρίχνω πολύ φως
π.χ. «Το πνεύμα καταυγάζει την αρχαία ελληνική τέχνη»

Κνώδαλο

(αρχαία λ. κνώδαλον «άγριο ζώο που δαγκώνει» < κνωδ- [κν-ιδ- (κνίδη «τσουκνίδα, κνησμός«φαγούρα»] + – αλονή < κνώδ-ων «αιχμή» < *κυνώδων «κυνόδοντας»)
= ανόητος, τιποτένιος
«Ξεγελαστήκαμε κι αναθέσαμε το δύσκολο και υπεύθυνο αυτό έργο σ’ ένα κνώδαλο που οδήγησε το εγχείρημα σε πλήρη αποτυχία»

Κομπορρημονώ

(μεσαιωνική λ. κομπορρημονῶ (-εῖς) < μεσαιων. κομπορρήμων, -ονος «καυχησιολόγος, καυχησιάρης» < αρχ. κόμπος«καύχηση, μεγαλαυχία» (πβ. κομπάζω) + –ρρήμων < αρχ. ῥῆμα«λόγος, ρήση», πβ. επίσης μεγαλο-ρρήμων > μεγαλορρημονώ)

= εκφράζομαι με υπερηφάνεια για τον εαυτό μου και τις ιδιότητές μου· καυχώμαι, κομπάζω, μεγαλαυχώ, υπεραίρομαι

π.χ. «Όταν εκομπορρημονούμε ότι αναβαθμίζουμε τη ναυτική εκπαίδευση, δεν μπορεί με τις πράξεις μας να δείχνουμε το αντίθετο».
π.χ. «Πώς γίνεται να πεθαίνουν οι άνθρωποι αβοήθητοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων την ίδια ώρα που ο αρμόδιος υπουργός κομπορρημονεί για το επίπεδο των νοσοκομείων μας;»

Κοπετός

(αρχαία λέξη κοπ-ετός < κόπτω + -ετός [πβ. τοκ-ετός, παγ-ετός])
= θρήνος, οδυρμός, γοερό κλάμα με χτυπήματα στο στήθος
π.χ. «Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος τού παλληκαριού, θρήνος και κοπετός ακούγονταν από το σπίτι τής οικογένειάς του»

Λ

Λάκτισμα

( < λακτίζω «κλοτσώ» < αρχ. λάξ «με το πόδι», πρβλ. τη φράση πυξ λαξ «με γροθιές και κλοτσιές»)

= κλοτσιά, χτύπημα με το πόδι

= σέντρα + (μεταφορ.) έναυσμα (στο ποδόσφαιρο, στη φράση «εναρκτήριο λάκτισμα»)

π.χ. «Στις πολεμικές τέχνες διδάσκονται διάφορα είδη λακτισμάτων»

π.χ. «Το εναρκτήριο λάκτισμα για τις ταραχές που ακολούθησαν δόθηκε από τα προσβλητικά λόγια τού ομιλητή για την παράταξη»

Λειμώνας

(αρχαία λ. λειμών, -ῶνος «ανθηρό λιβάδι»∙ ομόρριζα λίμνη,  λιμήν, -ένος. Ήδη την ελληνιστική εποχή η λ. χρησιμοποιείται επίσης με τη σημασία «ανθολόγιο, συλλογή λέξεων ή φράσεων»)

= το λιβάδι

π.χ. «Στους αλπικούς λειμώνες θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η χρήση ορυκτών λιπασμάτων και συνθετικών φυτοφαρμακευτικών προϊόντων»
π.χ. «Οι περισσότεροι αθλητικοί ίπποι εκτρέφονται συνήθως σταβλισμένοι σε εγκαταστάσεις που δεν έχουν πρόσβαση σελειμώνες»

«Με το λύχνο τού άστρου
στους ουρανούς εβγήκα
Στο αγιάζι των λειμώνων
στη μόνη ακτή τού κόσμου
Πού να βρω την ψυχή μου
το τετράφυλλο δάκρυ!»
(Οδυσσέας Ελύτης)

Λυσιτελής

(αρχαία λέξη λυσιτελής, -ής, -ές < φράση λύειν τὰ τέλη «πληρώνω τα τέλη», άρα –κατά την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατική αντίληψη τής ισοτέλειας– «καθίσταμαι επωφελής, χρήσιμος [για το κοινωνικό σύνολο]»)
= επωφελής, χρήσιμος, τελεσφόρος
π.χ. «Ακολούθησε μια εξαιρετικά λυσιτελή για το κοινωνικό σύνολο πολιτική, που αναγνωρίστηκε από όλους».

Μ

Μακαριστός

(αρχαία λ., αρχικώς «αυτός που θεωρείται ή αποκαλείται ευτυχισμένος, αξιοζήλευτος», <μακαρίζω. Η χρήση τής λ. για αποθανόντες ιερωμένους είναι νεοελληνική [τού 20ού αιώνα]).
= (κυρίως για αποθανόντες ιερωμένους) μακαρίτης, εκλιπών, κεκοιμημένος
π.χ. «Χθες τελέστηκε το ετήσιο μνημόσυνο τού μακαριστού αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιακώβου».
π.χ. «Σε πολύ νεαρή ηλικία υπήρξε πολιτικός σύμβουλος τού μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα»

Μέθεξη

(αρχ. μέθεξις < μετέχω < μετὰ + ἔχω∙ η δάσυνση βρίσκεται στον μέλλοντα ἕξω τού ἔχω και σε παράγωγα, όπως ἕξις, ἑξῆς)
= συμμετοχή, ταύτιση
π.χ. «Η προσέγγιση μεγάλων εννοιῶν στη φιλοσοφία ή στη θρησκεία απαιτεί τη μέθεξη τού ενδιαφερομένου»

Μεμψιμοιρία

( < μεμψίμοιρος «παραπονιάρης, γκρινιάρης» < μέμφομαι «κατηγορώ» + μοίρα)
= γκρίνια, παράπονα
π.χ. «Η μεμψιμοιρία του για τους πάντες και τα πάντα προκαλεί ένα πολύ δυσάρεστο κλίμα στον χώρο εργασίας»

Ν

Νωδός

(αρχαία λέξη νωδός < στερητ. νη- [όπως νηνεμία] + ὀδούς, ὀδόντος [το ο τού ὀδούς «δόντι» ετράπη σε ω- λόγω τής συνθέσεως, όπως ἀνωφελής < ἀν- + ὄφελος,ἐπώνυμος < ἐπί + ὄνυμα]
= χωρίς δόντια, φαφούτης
π.χ. «Εμφανίστηκε ένα μεγάλης ηλικίας άτομο, που ήταν και νωδός, έτσι κανείς δεν καταλάβαινε τι λέει»
π.χ. «Χαρακτηριστικό των νωδών είναι η δυσκολία στην προφορά ορισμένων φθόγγων»

Ξ

Ξενηλασία

(αρχαία λέξη ξενηλασία «[στην αρχαία Σπάρτη] η εκδίωξη από την πόλη ξένων, εφόσον θεωρούνταν ανεπιθύμητοι ή επικίνδυνοι για τα σπαρτιατικά ήθη» < ξένος + ἐλαύνω «οδηγώ, θέτω σε κίνηση». Ομόρριζα : επ-ελαύνω – επέλαση, απελαύνω – απέλαση, προ-ελαύνω – προέλαση, ελατός – -ηλασία [ποδ-ήλατο – κωπ-ηλασία], έλασμα, ελαστικός, ελατήριο, έλα)
= απέλαση ξένων, εκδίωξη ή καταδίωξη τού ξενικού ως επικίνδυνου
π.χ. «Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης έχει γράψει για το θέμα τής γλωσσικής ξενηλασίας, τής εκδίωξης δηλ. από τη γλώσσα των ξένων λέξεων».

Ξφουλκώ

( < αρχ. ξιφουλκός < ξίφος + -ουλκός < έλκω)
= τραβώ το ξίφος από τη θήκη του, ξεσπαθώνω
π.χ. «Μόλις τού πεις ότι αυτός φταίει, αμέσως ξιφουλκεί και και σού επιτίθεται»

Ο

Όζει

+ γενική (αρχ. λέξη ὄζω «μυρίζω, αναδίδω δυσοσμία» Ομόρριζα : οσμή, οσφραίνομαι)
= μυρίζει, βρομάει, αναδίδει δυσοσμία
π.χ. «Η δήλωση τού βουλευτή όζει εμπάθειας και μικροπρέπειας»

Οθνείος

( < οθν- [παράβαλε έθν-ος] + -είος κατά το αντίθετο οικ-είος)
= ξένος, ξενικός, ξενόφερτος (κυριολεκτικά: «ξένος προς την οικογένεια, από άλλη χώρα»)
π.χ. «Μεταφέρουν στον επιχειρηματικό χώρο οθνείες πρακτικές με άδηλα αποτελέσματα.»

Οίηση

(αρχ. οίηση «γνώμη» < οἴομαι /οἶμαι «νομίζω»)
= μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, έπαρση, αλαζονεία
π.χ. «ʼτομο μικρών δυνατοτήτων αλλά με μεγάλη οίηση που ενοχλούσε τους πάντες»

Οιστρηλατώ

( αρχ. οἰστρηλατῶ < οἶστρος, ο «αλογόμυγα» + -ηλατώ [< ἐλαύνω «κινώ, οδηγώ»∙ πβ. λε-ηλατώ,σφυρ-ηλατώ, ιχν-ηλατώ, ποδ-ήλατο])
= εμπνέω πάθος, ενθουσιασμό, εξάπτω, διεγείρω
π.χ. «Έρχεται στιγμή που ο συγγραφέας νιώθει να οιστρηλατείται ασυγκράτητα στη γραφή τού κειμένου του σαν να τον οδηγεί μια αόρατη δύναμη»

Ορθοέπεια

(αρχαία λέξη ὀρθοέπεια < ὀρθός + ἔπος «λόγος»· ομόρριζα : καλλιέπεια, αρτιέπεια, αμετροέπεια)
= η ορθή χρήση τού λόγου
π.χ. «Έλεγε ότι η ορθοέπεια δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαία προϋπόθεση για να επιτύχει κανείς στο επάγγελμά του»

Ορρωδώ

(αρχαία λέξη ὀρρωδῶ < ὄρρος «γλουτοί, οπίσθια». Η αρχική σημασίαήταν πιθ. «τα κάνω επάνω μου από φόβο». Σήμερα χρησιμοποιείται μόνο στην παγιωμένη φράση«δεν ορρωδώ προ ουδενός» που χρησιμοποιείται κυρίως με αρνητική χροιά)
= πτοούμαι, υποχωρώ από φόβο, τρομάζω
π.χ. « Είναι ικανός για όλα. Έχει δείξει σε πολλές περιπτώσεις ότι δεν ορρωδεί προ ουδενός

Παλαίφατος

(αρχαία λ. < πάλαι + φατός «ειπωμένος» (φάσκω)) = φημισμένος από παλιά, πανάρχαιος
π.χ. «Είχαμε την ευκαιρία να ξεναγηθούμε στον παλαίφατο ναό τού Αγίου Πέτρου στη Ρώμη»

Παρωνύμιο

(< παρά + -ωνύμιο < αρχ. όνυμα = όνομα∙ πρβλ. τοπωνύμιο)
= παρατσούκλι, παρανόμι
π.χ.«Πολλά οικογενειακά ονόματα έχουν προέλθει από παρωνύμια»

Περιδεής

(αρχαία λ. περιδεής < περὶ + δέος «φόβος»· ομόρριζα: ενδεής, ψοφοδεής)
= έντρομος, περίφοβος
π.χ. «Παρουσιάστηκε μπροστά τους περιδεής, ζητώντας να τον λυπηθούν, γιατί δεν έφταιγε ο ίδιος»

Περίτριμμα

(αρχαία λ., αρχικώς «κατάλοιπο τριβής, απολειφάδι», < περιτρίβω «τρίβω ολόγυρα» < περί + τρίβω. Ήδη από την Αρχαιότητα η λ. χρησιμοποιήθηκε μειωτικά για πρόσωπα)
=(κακόσημο) απόβρασμα τής κοινωνίας, σκουπίδι, κάθαρμα.
π.χ. «O γηραιός πολιτικός αποφάνθηκε: ήταν όλοι τους γελοίοι, περιτρίμματα
π.χ.«Ο παλαίμαχος εκδότης αποκαλούσε όσους έκαναν σκανδαλοθηρικά ρεπορτάζ «περιτρίμματατής δημοσιογραφίας»!»

Πλησίστιος

( < αρχ. πλησίστιος < πλησ- (πίμπλημι «γεμίζω» πβ. πλήρης, πλήθος) +  ἱστίον «πανί πλοίου» )
= πλέω με φουσκωμένα τα πανιά, ολοταχώς
π.χ. «Με την αφροσύνη των υπευθύνων οδηγούμεθα πλησίστιοι στη χρεωκοπία»

Πομφόλυγες

(αρχαία λέξη ἡπομφόλυξ, τῆςπομφόλυγος< πομφός «φυσσαλίδα – φουσκάλα»)
= αερολογίες, ανοησίες
π.χ. « Έγινε αντιληπτό από το ακροατήριο ότι όσα έλεγε ήταν πομφόλυγες χωρίς καμία τεκμηρίωση»

Πορίζομαι

(αρχαία λ., μεσοπαθητικός τύπος τού πορίζω  < πόρος (αρχικώς «πέρασμα, διάβαση», κατόπιν «έσοδα, προμήθειες»). Το μεσοπαθητικό πορίζομαι απαντά εξαρχής με τη σημασία «προμηθεύομαι, εφοδιάζομαι»)
=αποκτώ, αποκομίζω.

π.χ. «Το δικαστήριο απαγόρευσε την κατάσχεση τού φορτηγού του, επειδή αυτό ήταν το μέσο με το οποίο ο οφειλέτης ποριζόταν τα αναγκαία».
π.χ. «Οι κηφήνες και τα κοινωνικά παράσιτα προσπαθούν να πορίζονται τα προς το ζην από την εργασία των άλλων».
π.χ. «Ο Δημήτρης Νουλάς ήτο πτωχός εργάτης, μόνον πλούτον έχων την αξίνην, τον λίσγον [=σκαλιστήρι] και τας δύο χείρας του διά των οποίων ειργάζετο, εντίμως ποριζόμενος τα έξοδα τής ημέρας».    (Ανδρέας Καρκαβίτσας)

Προσφυής

(αρχαία λ. προσ-φυής<προσ-φύομαι «φύομαι πάνω σε κάτι»·ομόρριζα: ευ-φυής, συμ-φυής, μεγαλο-φυής, αυτο-φυής)
= κατάλληλος, αρμόζων, εύστοχος, επιτυχής
π.χ. «Με άμεσες προσφυείς ενέργειες κατόρθωσε να αναστρέψει το αρνητικό κλίμα που πήγε προς στιγμήν να επικρατήσει»

Ρ

Ρέκτης

(αρχαία λέξη ῥέκτης < ῥέζω «πράττω» από τη ρίζα Fεργ- στην οποία ανάγονται ομόρριζα όπωςέργ-ο, εργ-άτης, εργ-αλείο, όργ-ανο κ.ά., καθώς και ξένες λέξεις όπως αγγλ. work «εργασία», γερμ. Werk κ.ά.)
= δραστήριος, ακούραστος
π.χ. «Ο προϊστάμενός του τον χαρακτηρίζει ως τον καλύτερο υπάλληλό του, ως ρέκτη που συνεχώς προβληματίζεται και δημιουργεί εμπνέοντας και τους συναδέλφους του»

Ρύμη – εν τη ρύμη τού λόγου

(αρχ. ῥύμη «ροή»∙ ομόρριζο τού ἐρύω «σύρω» και τού ρυτίδα)
= στη ροή τού λόγου
π.χ. «Εν τη ρύμη τού λόγου και χωρίς καμία πρόθεση είπε κάτι που τον προσέβαλε»

Σ

Σεισάχθεια

(αρχαία λέξη σεισάχθεια «κατάργηση χρεών» < σείω «αποτινάζω» + ἄχθος «βάρος»· ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία [6.1.3.-2.6] αναφέρει για τον Σόλωνα «καὶ νόμους ἔθηκε καὶ χρεῶν ἀποκοπὰς ἐποίησε, καὶ τῶν ἰδίων καὶ τῶν δημοσίων, ἅςσεισάχθειαν καλοῦσιν, ὡςἀποσεισάμενοι τὸ βάρος»)
= κατάργηση των χρεών (διά νόμου)
π.χ. «Το παράδειγμα τής κατάργησης χρεών διά νόμου (στην πραγματικότητα τού «κουρέματος» των χρεών) το έδωσε ο Σόλων, αποσκοπώντας στο να ανακουφίσει τους Αθηναίους από τους αδίστακτους τοκογλύφους και τις επαχθείς ποινές στους οφειλέτες»

Σεμνύνομαι

( < σεμνός < *σεβ-νός, ομόρριζο τού σέβ-ας)
= υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι
π.χ. «Η πόλη μας σεμνύνεται ότι έχει αναδείξει πλήθος επιστημόνων και άλλων διακεκριμένων μελών τής χώρας»

Σκαλάθυρμα

(μεσαιωνική λέξη < αρχ. σκαλαθύρω «σκάβω» < σκάλλω «σκαλίζω» + ἀθύρω «παίζω», με επίδραση τής αρχαίας λέξης ἄθυρμα«παιχνίδι, αντικείμενο για παιχνίδι»)

= πρόχειρο λογοτεχνικό ή επιστημονικό έργο μικρής σημασίας

π.χ. «Το νομοσχέδιο αυτό, χωρίς καμιά σοβαρή επεξεργασία, αποτελεί ένα σκαλάθυρμα χωρίς αξιώσεις νομικής εγκυρότητας ή πιθανότητες να υπερψηφισθεί στη Βουλή»

Σόλοικος

(αρχαία λέξη σόλοικος < Σόλοι, αποικία των Αθηναίων στην Κιλικία, τής οποίας οι κάτοικοι φέρονταν ως ομιλητές τής Ελληνικής με πολλά συντακτικά λάθη· από το σόλοικος το ρήμασολοικίζω κι από αυτό ο σολοικισμός «συντακτικό λάθος»)
= (κακόσημο) αυτός που παρεκκλίνει γλωσσικά (ιδίως στο συντακτικό) και, κατ’ επέκταση, ο ανάρμοστος, ο αποκλίνων, ο απρεπής
π.χ. «Θα ήταν σόλοικο να αγνοήσουμε τις δυσκολίες των ανθρώπων και να τους κατηγορήσουμε για τεμπελιά, όταν είναι γνωστό πως όλοι δούλευαν αδιαμαρτύρητα, δημιουργικά και εκτός ωραρίου»

Συμπαρομαρτούντα, τα

(αρχ. τὰ συμπαρομαρτοῦντα, μετοχή σε ουδέτερο πληθυντικού τού συμπαρομαρτώ «συνοδεύω, επακολουθώ» < σύν + παρά + ὁμαρτῶ [< ὁμοῦ + ἀρ-(ἀραρίσκω «αρμόζω, συνάπτω») + -τος]
= παρακολουθήματα, επακόλουθα, αυτά που έρχονται μαζί με κάτι
π.χ. «Ό,τι ζει σήμερα ο ελληνικός λαός είναι τα συμπαρομαρτούντα μιας αλόγιστης πολιτικής που στηριζόταν στην υπερχρέωση τού κράτους»

Συνάδει

( < αρχ. συνάδω < συν + άδω «τραγουδώ μαζί – συμφωνώ»)
= αρμόζει, ταιριάζει
π.χ. «Μια τέτοια πολιτική δεν συνάδει με τις διακηρύξεις περί αξιοκρατίας»

Τ

ταλανίζω

(αρχαία λέξη ταλανίζω [αρχική σημ. «αποκαλώ κάποιον ταλαίπωρο»] < τάλας, -ανος«ταλαίπωρος, κακομοίρης». Ομόρριζα από μια αρχική ρίζα τελᾱ- «αντέχω, υποφέρω»: ταλαί-πωρος, τάλαν-το, ταλέντο, ταλαντεύω, ταλαντώνω, τόλ-μη, τολμώ, ανα-τέλλω, ανατολή)
= ταλαιπωρώ, βασανίζω
π.χ. «Το γλωσσικό ζήτημα ταλάνισε την ελληνική κοινωνία επί μακρό διάστημα»

τανάπαλιν

(αρχαία λέξη ἀνάπαλιν < ἀνὰ + πάλιν «ξανά πάλι – πίσω, ανάποδα, αντίστροφα» και με άρθρο τὸ ἀνάπαλιν, απ’ όπου ο τύποςτανάπαλιν. Λειτουργεί ως επίρρημα και συνεκφέρεται συνήθως με τον σύνδεσμο και : και τανάπαλιν. Ανάλογη –περισσότερο αρχαιοπρεπής– είναι και η χρήση τού ομορρίζου τούμπαλιν < αρχαίο τοὔμπαλιν < τὸ ἔμπαλιν)
= (και) αντίστροφα [αντιστοιχεί στη λατινική φράση vice versa «σε θέση αντεστραμμένη», άρα «αντίστροφα»]
π.χ. «Οι ηγέτες πρέπει να εμπνέουν τον λαό και τανάπαλιν (και τούμπαλιν), ο λαός πρέπει να εμπνέει τους πολιτικούς»

Τεκμαίρομαι

( < αρχ. τέκμαρ «σημείο, απόδειξη», πρβλ. τα ομόρριζα τεκμαρτό [εισόδημα], τεκμήριο)

= συμπεραίνω, συνάγω∙ χρησιμοποιείται συχνά στο γ΄ πρόσωπο τεκμαίρεται = συμπεραίνεται, συνάγεται, προκύπτει

π.χ. «Από πού τεκμαίρονται όλοι αυτοί οι καλοθελητές ότι η Ελλάδα πάει για πτώχευση;»

π.χ. «Από τις εισηγήσεις των ειδικών τεκμαίρεται ότι πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα»

Τιτρώσκω

(αρχαία λ., αρχικώς «τραυματίζω, πληγώνω», που συνδέεται ετυμολογικά με το αρχ. τείρω«τρυπώ» και με ευρεία ετυμολογική οικογένεια, στην οποία ανήκουν οι λ. τέρμα, τρίβω, τερηδόνα, τρωτός, τραύμα, τόρνος, τρυπώ, τα σύνθετα διά-τρητος και διά-τορος  κ.ά. Σήμερα χρησιμοποιείται μόνο στους συνοπτικούς και συντελικούς χρόνους [έτρωσα, ετρώθη, έχει τρωθεί] ή στη μετοχή παθητικού  αορίστου τρωθείς)
=τραυµατίζω, πληγώνω.

π.χ. «Οι φήμες περί δωροδοκίας δικαστών έτρωσαν το κύρος τής Δικαιοσύνης».
π.χ. «Η μάχη δόθηκε σε δύσκολη συγκυρία για τη χώρα, κατά την οποία έχει τρωθεί ουσιαστικά η αξιοπιστία της».
π.χ. «Οι καταθέσεις δύο αυτοπτών μαρτύρων έτρωσαν καίρια το άλλοθι που είχε επικαλεστεί ο κατηγορούμενος».
ΦΡ.  ο τρώσας και ιάσεται
=αυτός που προκάλεσε το τραύµα θα το θεραπεύσει· (µτφ.) όποιος προκάλεσε τη ζηµιά θα την αποκαταστήσει.
«Να αναζητήσετε τις ευθύνες σε εκείνους που προκάλεσαν αυτή την αναταραχή και να αναλάβουν οι ίδιοι να διορθώσουν την κατάσταση· ο τρώσας και ιάσεται!»

Τύρβη

< αρχ. τύρβη «αναστάτωση, αταξία»∙ ομόρριζο: τυρβάζω)
= θόρυβος, ταραχή, βαβούρα
π.χ. «Δεν μπορούσε να υποφέρει άλλο την τύρβη τής πρωτεύουσας και πήγε να ζήσει στην επαρχία»

Υ

Υετός

(< αρχ. ὕει «βρέχει» + –ετός [παγ-ετός, συρφ-ετός])
= βροχή
π.χ. «Στο χθεσινό μετεωρολογικό δελτίο έγινε λόγος για υετό στην περιοχή τής Αττικής».

Υπολανθάνει

(αρχαία λέξη ὑπολανθάνει < ὑπὸ + λανθάνω [< λαθ- : λάθ-ος, λάθ-ρα, λήθ-η, α-ληθ-ής κ.ά.])
= υποκρύπτεται, υποβόσκει, υπάρχει κάτι χωρίς να είναι φανερό
π.χ. «Στη σχέση τους υπολανθάνει μια καχυποψία που δεν αφήνει να μιλούν καθαρά ο ένας στον άλλο»

Υπώρεια

(αρχ. ὑπώρεια < ὑπό + ὄρος, με -ω- λόγω τής συνθέσεως)
= οι πρόποδες τού βουνού
π.χ. «Το χωριό μας βρίσκεται στις υπώρειες τού Παρνασσού».

Φ

Φενάκη

(αρχ. λέξη με αρχική σημασία «περούκα» < αρχ. φέναξ «απατεώνας»)
= απάτη, ψέμα, κοροϊδία
π.χ. «Τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν φενάκη για τους κατοίκους πως δήθεν υπάρχει χρυσός στην περιοχή»

Φίλερις

(αρχ. λέξη < φιλο- + ἔρις «διχόνοια, φιλονικία»)

= καβγατζής, εριστικός

π.χ. «Ενώ είναι πολύ ικανός, εργατικός και καταρτισμένος υπάλληλος, είναι φίλερις, μαλωμένος με όλους»

Φληναφήματα

(αρχαία λέξη < φληναφῶ «φλυαρώ»)
= ανοησίες, σαχλαμάρες
π.χ. «Οι αναλύσεις που πρότειναν αποτελούν φληναφήματα που δεν μπορει να λαμβάνονται σοβαρώςυπόψιν»

Φλοίσβος

( αρχαία λέξη, από μια ρίζα *φελ- «φουσκώνω, διογκώνομαι», με ομόρριζα τα φλέβα, φαλλός, φλύαρος, φλύκταινα κ.ά.)
= ελαφρός παφλασμός (τής θάλασσας)
π.χ. «Κάθονταν σ’ ένα καφενεδάκι στην παραλία συζητώντας, με υπόκρουση τον φλοίσβο τού γιαλού».

Φρούδος

(αρχαία λέξη φροῦδος < (φράση) πρὸ ὁδοῦ με αρχική σημασία «αυτός που έχει προχωρήσει και δεν φαίνεται πια», άρα «χαμένος, μάταιος»)
= μάταιος, ανώφελος
π.χ. «Και οι ελπίδες και οι προσπάθειες να ορθοποδήσει η επιχείρησή του αποδείχθηκαν τελικά φρούδες και οδηγήθηκε σε χρεοκοπία»

Χ

Χαίνω

(ελληνιστική λ., από το θέμα τής οποίας σχηματίστηκαν οι λ. χάννος (είδος ψαριού) καιαχανής. Συνδέεται με το αρχ. ομόρριζο και συνώνυμο χάσκω)
= ανοίγω διάπλατα, είμαι διάπλατα ανοιχτός· χάσκω, έχω ή σχηματίζω χάσμα.
π.χ. «Δυστυχώς, οι πληγές τής ανθρωπότητας, που ο Ουγκό πίστευε ότι θα κλείσουν τον 20ό αιώνα,χαίνουν ακόμη».
π.χ. «Η Ελλάδα επούλωνε τις πληγές τού Εμφυλίου που έχαιναν ακόμα, όταν κάθε σπίτι είχε από τους «μεν» ή από τους «δε», κάποια και από τους δύο».
ΦΡ. χαίνουσα πληγή
= 1. ανοικτή πληγή, τραύμα που δεν έχει κλείσει 2. (μτφ.) πρόβλημα ή δυσάρεστη κατάσταση που δεν επιδέχεται λύση ή βελτίωση.
π.χ. «Παρά τα ευχολόγια και τις γενικόλογες υποσχέσεις, η ανεργία παραμένει μία από τιςχαίνουσες πληγές τής κοινωνίας και τής οικονομίας μας».

Χαμερπής

(< αρχ. χαμερπής < χαμαί «χάμω» + ἕρπω)
= αυτός που σέρνεται χάμω, χαμηλού επιπέδου, μικροπρεπής
π.χ. «Πρόκειται για πολύ χαμερπή άνθρωπο που πρέπει να τον αποφεύγεις».

Ψ

Ψαύω

(αρχαία λ., αρχικώς «αγγίζω, ψηλαφώ», που ίσως εντάσσεται στην ευρεία ετυμολογική οικογένεια τού ρήματος *ψήω «τρίβω, λειαίνω» (βλ. ψήγμα). Από τον αόριστο ἔψαυσα > ἔψαξασχηματίστηκε στη μεσαιωνική γλώσσα το ρήμα ψάχνω)
=αγγίζω (κάτι) ελαφρά, το περιεργάζομαι με τις άκρες των δαxτύλων· ψηλαφώ, ψαχουλεύω.
π.χ. «Είχε είκοσι ολόκληρα χρόνια να επισκεφτεί το εγκαταλελειμμένο πατρικό του. Ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του, καθώς οι άκρες των δαχτύλων του έψαυαν τα σκασίματα τής μπογιάς στους τοίχους».
π.χ. «Με το χέρι του έψαυσε το τραύμα, προσπαθώντας στα τυφλά να εκτιμήσει τη σοβαρότητά του».
(μτφ.)
π.χ. «Η παρούσα σειρά δοκιμίων έρχεται να ψαύσει δύσκολα ζητήματα και να αναδείξει τις όχι αυτονόητες πλευρές τους»

Ψιμυθίωση

(νεότ. παράγωγη λέξη < ψιμυθιώνω < αρχ. ψιμυθιῶ < αρχ. ψιμύθιον «άσπρη σκόνη βαφής προσώπου για καλλωπισμό, στολίδι, καλλώπισμα». Ομόρριζα: ψιμυθιωτής, ψιμυθιστής, ψιμυθιολόγος)
= μακιγιάζ, στολισμός προσώπου
π.χ. «Η ψιμυθίωση στο θέατρο είναι παλιά υπόθεση και δεν αφορούσε μόνο στις γυναίκες αλλά και στους άνδρες».

Ω

Ώσμωση

(νεότ. λέξη, αντιδάνειο από το αγγλ. end-osmosis < ἔνδον + ὠσμός [< ὠθῶ] + -ωσις [πβ. αιμάτ-ωσις, ί-ωσις], με παράλειψη τού endo-. Η ετυμολογική προέλευση τής λέξης (από το ὠθῶ) δείχνει ότι η ορθογραφία της είναι με ω- [όχι όσμωση. Ομόρριζα : άπ-ωση, άν-ωση, ἐξ-ωση, εξ-ώστης, προ-ώθ-ηση, συν-ωστισμός κ.ά.]
= η διάχυση στοιχείων μέσα σε άλλα, αλληλεπίδραση
π.χ. «Η μακρά συνύπαρξη και συνεργασία αυτών των λαών οδήγησε και σε μια ώσμωση των πολιτισμών τους, φανερή στα έργα τέχνης»


... αν σας άρεσε το άρθρο μοιραστείτε το με τους φίλους σας απλά πατώντας Like ...

Γράψου στο NewsLetter για να μην χάνεις κανένα μας άρθρο