Από το αρχείο μας … Η Προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσις να Συντρίψη τη Θρησκεία

ΌΤΑΝ οι Κομμουνισταί πήραν την εξουσία στη Ρωσία, δεν έχασαν χρόνο για να κάμουν γνωστούς τους σκοπούς των έναντι της θρησκείας. Επρόκειτο να συντρίψουν την ύπαρξι της θρησκείας και να μετατρέψουν τη χώρα σ’ ένα αθεϊστικό κράτος. Είναι αλήθεια ότι, στις αρχές του 20ου αιώνος, ο Λένιν είχε γράψει ότι θα υπήρχε θρησκευτική ανοχή. Αλλ’ όταν οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία, ήταν φανερό ότι η κυβέρνησις θα έβλεπε τη θρησκεία ως εχθρό και θα προσπαθούσε να την θάψη. Στην πραγματεία του για τις Σχέσεις του Εργατικού Κόμματος με τη Θρησκεία, ο Λένιν είπε:

«‘Η θρησκεία είναι το όπιον του λαού’—αυτό το ρητό του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της παγκοσμίου αντιλήψεως του Μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας. Ο Μαρξισμός βλέπει όλες τις σημερινές θρησκείες και εκκλησίες, κάθε θρησκευτική οργάνωσι, πάντοτε ως όργανα των [εχθρικών] αστικών αντιδραστικών δυνάμεων.»

Η Επίθεσις Αρχίζει

Αμέσως μετά την κατάληψι της εξουσίας τον Νοέμβριο του 1917, η νέα κυβέρνησις εξέδωσε ένα διάταγμα που διεκήρυττε ότι όλα τα κτήματα, περιλαμβανομένης και της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, ήσαν τώρα περιουσία του λαού (στην πραγματικότητα της κυβερνήσεως). Αυτή η διάταξις άνοιξε τον δρόμο αργότερα στη δήμευσι της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Άλλο διάταγμα έλεγε ότι όλοι οι πολίται είναι ίσοι άσχετα με τη θρησκεία τους, ή ακόμη κι αν δεν είχαν καμμιά θρησκεία. Το ουσιαστικό αποτέλεσμα αυτού ήταν η ανοχή και η προώθησις του αθεϊσμού.

Έπειτα, στις αρχές του 1918, η κυβέρνησις ανακοίνωσε τον πλήρη διαχωρισμό του Κράτους από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Εκείνη την εποχή όλη η εκκλησιαστική περιουσία περιήλθε στους Κομμουνιστάς. Επίσης, τα θρησκευτικά μαθήματα απαγορεύθηκαν στα σχολεία. Και κάθε πληρωμή του κράτους στις εκκλησίες σταμάτησε.

Αυτά τα βήματα ήσαν μόνο μέρος της επιθέσεως. Πολύ περισσότερα επρόκειτο να συμβούν. Ζωτικό από την άποψι της κυβερνήσεως ήταν εκείνο που χρειαζόταν να γίνη στις διάνοιες των ανθρώπων, ιδίως των νέων. Το πρώτο σύνταγμα του 1918 ανέφερε ότι «το δικαίωμα της θρησκευτικής και αντιθρησκευτικής προπαγάνδας αναγνωρίζεται σε όλους τους πολίτας.» Αλλά το σύνταγμα τροποποιήθηκε το 1929 και το ‘δικαίωμα της θρησκευτικής προπαγάνδας’ ακυρώθηκε. Ενώ το ’δικαίωμα της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας’ διατηρήθηκε, μόνο το «δικαίωμα ομολογίας θρησκευτικών πίστεων» επετράπη.

Η απόφασις του 1929 έκανε μεγάλη ζημία στη θρησκεία. Απαγόρευε σε όλες τις θρησκείες να κάνουν οποιοδήποτε κοινωνικό, εκπαιδευτικό ή φιλανθρωπικό έργο. Περιώριζε τις θρησκευτικές ομάδες σε κτίρια που τους παραχωρούσαν οι αρχές. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε για την εξάπλωσι της θρησκείας των. Και αφού τα παιδιά διδάσκονταν, τώρα στα σχολεία μόνον τον αθεϊσμό, το απώτερο μέλλον της θρησκείας ήταν δυσοίωνο.

Το Αποτέλεσμα

Όλες αυτές οι ενέργειες και η εχθρική στάσις της κυβερνήσεως είχαν το αποτέλεσμά τους. Από τις πρώτες εβδομάδες της επαναστάσεως κι έπειτα, πολλές εκκλησίες σ’ όλη τη χώρα υπέστησαν επιθέσεις. Λεηλατήθηκαν, γκρεμίσθηκαν ή μετετράπησαν σε εργοστάσια, αποθήκες, αίθουσες πολιτικών συναντήσεων ή μουσεία.

Δεν περιελαμβάνετο μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία. Και άλλες θρησκείες, επίσης, υπέστησαν επίθεσι. Επί παραδείγματι, Ρωμαιοκαθολικοί ιερείς φυλακίσθηκαν, η Εκκλησιαστική περιουσία εδημεύθη κι ετέθησαν περιορισμοί στα Καθολικά σχολεία. Η βασική Κομμουνιστική επιδίωξις ήταν να σχηματίση κοινωνίες ιερέων νομοταγών μόνο στη Μόσχα, που θα υπέσκαπταν το κύρος του πάπα.

Κάτω από αυστηρή πίεσι, μερικές θρησκείες εξαφανίσθηκαν τελείως. Η Ουνιτική Εκκλησία είναι μια απ’ αυτές. Η Εκκλησία αυτή ήταν ένα μίγμα της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είχε αναπτυχθή ιδίως στην Ουκρανία. Οι κληρικοί, όμως, που αντιτάχθηκαν στον Κομμουνισμό φυλακίσθηκαν ή εξωρίσθηκαν. Άλλοι κληρικοί απεκήρυξαν την υποταγή τους στον πάπα, εγκατέλειψαν τη θρησκεία τους και κατετάγησαν στις τάξεις του Ορθοδόξου Πατριάρχου της Μόσχας.

Παράλληλα με τη δήμευσι της εκκλησιαστικής περιουσίας, τη φυλάκισι ή την εξορία των αντιτιθεμένων κληρικών και το κλείσιμο των εκκλησιών, διεξήγετο και μια μανιώδης προπαγάνδα καθοδηγήσεως από τον τύπο, το ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και τα σχολεία. Ιδιαίτερα καταστρεπτική ήταν η αντιθρησκευτική ατμόσφαιρα στα σχολεία. Τυπικό δείγμα της καθοδηγήσεως ήταν ένα σχολικό βιβλίο της ένατης τάξεως που τυπώθηκε στη Σοβιετική Ένωσι κι έλεγε:

«Η μελέτη των νόμων της εξελίξεως του οργανικού κόσμου βοηθεί στην ανάπτυξι της υλιστικής θεωρίας . . .

»Επιπροσθέτως, αυτή η διδασκαλία μας οπλίζει για τον αντιθρησκευτικό αγώνα, δίνοντάς μας την υλιστική ερμηνεία της παρουσίας σκοπού στον οργανικό κόσμο και συγχρόνως αποδεικνύει την καταγωγή του ανθρώπου από τα κατώτερα ζώα.»

Τα παιδιά ήσαν στο έλεος των αθεϊστικών δασκάλων τους. Και οι εκκλησιαζόμενοι γονείς των ήσαν γενικά ανίκανοι να εξουδετερώσουν αυτή την επιρροή. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους γονείς ήξεραν λίγα ή τίποτε για τους λόγους των διδασκαλιών και συνηθειών της θρησκείας των. Έτσι, ήσαν άοπλοι για την αντιμετώπισι της παλίρροιας.

Εκτός αυτού, μεγάλες οργανώσεις δημιουργήθηκαν για τους νέους. Ήσαν οι «Νέοι Σκαπανείς» για τα παιδιά και η «Ένωσις της Κομμουνιστικής Νεολαίας» για τους μεταξύ 16 και 23 ετών. Αυτές οι οργανώσεις ήσαν γεμάτες με τις ιδέες του Μαρξ και του Λένιν. Ενώ η συμμετοχή δεν ήταν υποχρεωτική, η κοινωνική πίεσις για συμμόρφωσι ήταν μεγάλη. Η φυσική επιθυμία των νέων να θέλουν ν’ αποτελούν μέρος εκείνου που είναι δημοφιλές είχε τ’ αποτελέσματά της.

Έτσι, με την κατάληψι της εξουσίας, οι Κομμουνισταί ανέλαβαν το ξερρίζωμα της παραδοσιακής θρησκείας. Κι επί ένα τέταρτο του αιώνος μετά το 1917, η εκστρατεία εναντίον της θρησκείας διατηρήθηκε, μολονότι οι επιθέσεις γίνονταν κατά κύματα, πιο σοβαρά μερικές φορές από άλλες.

Γιατί Τόσο Αντιθρησκευτικοί;

Πολύς κόσμος σε άλλες χώρες τρόμαξε απ’ αυτές τις επιθέσεις. Αλλ’ αυτό δεν συνέβαινε με όλον τον Ρωσικό λαό. Υπήρχαν πλήθη από αυτούς που πίστευαν ότι αυτό που συνέβαινε ήταν ακριβώς ανταπόδοσις για τα εγκλήματα που είχαν κάμει οι εκκλησίες.

Για να καταλάβωμε πώς αισθάνονταν πολλοί Ρώσοι, χρειάζεται να κατανοήσωμε ότι οι εκκλησίες, και ιδίως η Ορθόδοξος Εκκλησία, ήσαν τα κύρια στοιχεία στην καταπίεσι του λαού από τους τσάρους. Για τα ιδιοτελή τους συμφέροντα, ο κλήρος επί αιώνες είχε ευνοήσει τους κυβερνήτες, είχε αγνοήσει τις ανάγκες του λαού και τον είχε κρατήσει στην άγνοια. Η πλειονότης του λαού βρισκόταν ουσιαστικά σε δουλεία στους κυβερνήτες και στην πλούσια τάξι. Ο κλήρος εργαζόταν για να διατηρήται αυτή η κατάστασις έτσι. Πολλοί κληρικοί έγιναν άπληστοι, ανήθικοι και διψούσαν για εξουσία.

Οι ιστορικοί αναγνωρίζουν ότι ιδιαιτέρως η Ορθόδοξος Εκκλησία είχε διαφθαρή πολύ. Ο Μώρις Χίντους γράφει στο βιβλίο Σπίτι Χωρίς Στέγη:

«Ο μπατούσκα [ιερεύς] του χωριού ήταν συχνά ο ίδιος ένας αμαθής άνθρωπος, επιρρεπής στη βότκα και δεν είχε αντίρρησι ν’ αποπλανήση μια όμορφη ενορίτισσα. . . .

»Ο μουζίκος [χωρικός] . . . γνώριζε περισσότερα για το καλό και το κακό από μύθους και μπαλλάντες των περιπλανωμένων ζητιάνων και προσκυνητών παρά από τον ιερέα της ενορίας. .. .

»Η μοιραία ενοχή της Ρωσικής Εκκλησίας ήταν η τέλεια υποταγή και υποδούλωσις στο Τσαρικό κράτος, που, σύμφωνα με τα λόγια του Μιλιούκοφ, ‘παρέλυσε κάθε ζωντανό μπουμπούκι της θρησκείας.’»

Αυτός ο συγγραφεύς σημείωσε επίσης τα λόγια του Ρώσου κριτικού Βησσαρίωνος Μπυελίνσκυ, που έγραψε: «Στα μάτια όλων των Ρώσων δεν είναι ο ιερεύς το ζωντανό σύμβολο της λαιμαργίας, φιλαργυρίας, συκοφαντίας, αδιαντροπιάς;»

Σχολιάζοντας ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία χρησιμοποίησε την ένοπλη δύναμι των Τσάρων για να εξυπηρετήση τους σκοπούς της, ο άλλοτε Ρώσος φιλόσοφος Ν. Μπερντύεφ έγραψε στο βιβλίο Η Καταγωγή του Ρωσικού Κομμουνισμού:

«Μπορούν οι ιεράρχαι να δικαιολογήσουν τέτοια αντιχριστιανική ’πολιτική’; Γιατί προστρέχουν μάλλον στη βία παρά σε πράξεις αγάπης; . . . Βλέπομε με κατάπληξι την ένωσι Εκκλησίας και Κράτους σ’ αυτό το μισητό έργο. Είναι ακριβώς αυτή η υποδούλωσις της Εκκλησίας στο Κράτος που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της πίστεως από τόσο πολλούς ανθρώπους.»

Ότι οι αμαρτίες της θρησκείας πρέπει να θεωρηθούν πολύ υπεύθυνες για ό,τι συνέβη στη Ρωσία αναγνωρίζεται ακόμη και από τους ίδιους τους θρησκευτικούς ηγέτες. Ένας θεολόγος σε μια Κομμουνιστική χώρα είπε σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Χάρπερ’ς:

«Δεν είμαι Κομμουνιστής, είμαι Χριστιανός. Αλλά γνωρίζω ότι εμείς, μόνον εμείς οι Χριστιανοί, είμεθα υπεύθυνοι για τον Κομμουνισμό. Είχαμε μια αποστολή να εκπληρώσωμε στον κόσμο, κι ο Χριστός δεν άφησε περιθώριο να διερωτηθούμε ποια ήταν αυτή η αποστολή. Αποτύχαμε. ‘Είπαμε, αλλά δεν επράξαμε’. . . . Θυμηθήτε ότι οι Κομμουνισταί κάποτε ήσαν Χριστιανοί. Αν δεν πιστεύουν σ’ έναν δίκαιο Θεό, τίνος λάθος είναι;»

Χωρίς αμφιβολία, η διαφθορά των εκκλησιών στη Ρωσία απομάκρυνε πολλούς ανθρώπους από τον Θεό, από τη Βίβλο και από τη Χριστιανοσύνη. Σκέφθηκαν: ‘Αν αυτή είναι η θρησκεία του Θεού, τότε προτιμούμε να πιστεύωμε ότι δεν υπάρχει Θεός.’

Έτσι, υπήρχαν λόγοι για την άγρια εναντίωσι των ηγετών της Σοβιετικής Ενώσεως κατά της θρησκείας. Αλλά δυστυχώς δεν έκαμαν διάκρισι μεταξύ της αληθινής πίστεως στον Θεό και της υποκριτικής θρησκείας. Στην πίκρα τους, απέρριψαν όλες τις θρησκείες.

Οι Κληρικοί Συμβιβάζονται

Στην αρχή, πολλοί από τους ιερείς αντέδρασαν στις επιδρομές των Κομμουνιστών εναντίον της θρησκείας. Αλλά καθώς περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότεροι κληρικοί συμβιβάσθηκαν και έγιναν όργανα της Κομμουνιστικής κυβερνήσεως. Αλλ’ αφού αυτή η κυβέρνησις ήταν αποφασισμένη να θάψη τη θρησκεία, αυτοί οι κληρικοί που συμβιβάσθηκαν, βοηθούσαν, πράγματι, στη δική τους την κηδεία!

Ένα παράδειγμα τούτου ήταν ο πατριάρχης Τύχων. Σε αντίθεσι με τον Ιησού Χριστό, που προτίμησε να πεθάνη παρά να συμβιβάση την αλήθεια, ο Τύχων συμβιβάσθηκε. Το 1923, αφού απελύθη από τη φυλακή, υπέγραψε μια δήλωσι που υπέσχετο να μη αναμιχθή σε τίποτε επιζήμιο στα συμφέροντα του Κράτους. Λίγο πριν από τον θάνατο του το 1925 εκάλεσε όλους τους Ρώσους «να σταθούν ειλικρινώς υπέρ της Σοβιετικής εξουσίας και να εργασθούν για τον κοινό πλούτο και να καταδικάσουν κάθε ανοιχτή ή μυστική κίνησι εναντίον της νέας τάξεως του Κράτους.»

Μετά τον θάνατό του, δεν επετράπη στην Εκκλησία να εκλέξη άλλον πατριάρχη. Αλλά γενικά, άλλοι ανώτεροι εκκλησιαστικοί παράγοντες ακολούθησαν το παράδειγμά του. Αυτό φάνηκε καθαρά το 1927 όταν ο Σέργιος, ένας μητροπολίτης (αμέσως στη σειρά μετά τον πατριάρχη) έκαμε μια δήλωσι. Το βιβλίο Τα Πρώτα Πενήντα Χρόνια παρατηρεί ότι ο Σέργιος «υπεσχέθη την υποστήριξι και την πολιτική συνεργασία της Εκκλησίας και των ακολούθων της.» Εκάλεσε τους κληρικούς να δώσουν γραπτές εγγυήσεις της νομιμοφροσύνης των στη Σοβιετική κυβέρνησι, ή ν’ αντιμετωπίσουν την αποβολή από την Εκκλησία.

Παρ’ όλους τους συμβιβασμούς που έκαμε ο κλήρος, οι Κομμουνισταί συνέχισαν την πολύπλευρη εκστρατεία τους εναντίον της θρησκείας. Ιδιαίτερα κατά τις πολιτικές εκκαθαρίσεις του 1936 έως το 1938 οι εκκλησίες υπέστησαν άγριες επιθέσεις. Ενώ το 1930 ο Σέργιος απήτησε την πιστή υποστήριξι 163 επισκόπων, έμειναν λιγώτεροι από 12 το 1939. Έλεγαν ότι 40 επίσκοποι είχαν τουφεκισθή. Και υπολογίζεται ότι 10.000 εκκλησίες έκλεισαν. Όπως αναφέρει το βιβλίο Τα Πρώτα Πενήντα Χρόνια: «Η Εκκλησία το 1939 πλησίαζε να καταρρεύση.»

Αλλά το 1939 κάτι συνέβη που θα έφερνε μια αλλαγή. Εξερράγη ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που επηρέασε τις σχέσεις μεταξύ της Σοβιετικής κυβερνήσεως και της θρησκείας.

*** g73 8/10 σ. 5-7 Η Προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσις να Συντρίψη τη Θρησκεία ***

Related Posts