Απεβίωσε σε ηλικία 90 ετών ο εμβληματικός ηθοποιός Σερ Σον Κόνερι

Όπως ανακοίνωσε η οικογένειά του, ο σερ Σον Κόνερι απεβίωσε στον ύπνο του, ενώ ήταν στις Μπαχάμες. Εδώ και αρκετό καιρό δεν αισθανόταν καλά.

Ο Σκωτσέζος ηθοποιός ήταν ιδιαίτερα γνωστός ως Τζέιμς Μποντ ενώ ήταν ο πρώτος που ενσάρκωσε τον ρόλο στη μεγάλη οθόνη. Υποδύθηκε συνολικά επτά φορές τον «πράκτορα 007». Ο Σον Κόνερι είχε γιορτάσει τον Αύγουστο τα 90ά γενέθλιά του.

Sean Connery’s Top 4 Bond Moments

Η καριέρα του ως χαρακτηρίζεται από συμμετοχές σε πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες και πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων ένα ‘Οσκαρ, δύο Bafta και τρεις Χρυσές Σφαίρες.

Στις ταινίες που πρωταγωνίστησε συμπεριλαμβάνεται το «Κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη», «Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία» και «ο Βράχος».

Ο Sean Connery  φωτογραφίζεται στην Ακρόπολη . Στα δεξιά του ο Βαγγέλης Παπαθανασίου

Η βράβευση με Όσκαρ ήλθε το 1988, για το δεύτερο ρόλο ως αστυνομικού στην ταινία «Οι Αδιάφθοροι», με πρωταγωνιστή τον Κέβιν Κόστνερ.

Το 2000 αναγορεύθηκε ιππότης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ.

Ο Σερ Τόμας Σον Κόνερι (αγγλικά: Thomas Sean Connery 25 Αυγούστου 1930 – 31 Οκτωβρίου 2020) ήταν πολυβραβευμένος ηθοποιός και παραγωγός ταινιών κινηματογράφου.

Ηταν ευρύτερα γνωστός ως ο πρώτος επίσημος ηθοποιός που υποδύθηκε τον Τζέιμς Μποντ. Πρωταγωνίστησε σε επτά συνολικά ταινίες Μποντ. Κατέχει πληθώρα βραβείων και διακρίσεων, ανάμεσά τους Όσκαρ από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, Χρυσή Σφαίρα και BAFTA. Το 1987 κέρδισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού ρόλου στην ταινία Οι Αδιάφθοροι (The Untouchables). Τον Ιούλιο του 2000 χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’

Πρώτα χρόνια

Ο Κόνερι γεννήθηκε στο Φάουντενμπριτζ (Fountainbridge) στο Εδιμβούργο. Είναι γιος της Euphemia “Effie” McBain (πατρ. McLean), καθαρίστριας, και του Τζόζεφ Κόνερι, εργάτη σε εργοστάσιο και οδηγού φορτηγού. Ο πατέρας του ήταν Καθολικός με ιρλανδο-σκωτική καταγωγή, ενώ η μητέρα του ήταν Σκωτσέζα Προτεστάντισσα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τον αποκαλούσαν Σον, το μεσαίο του όνομα, πολύ πριν γίνει ηθοποιός.

Το πρώτο του επάγγελμα ήταν γαλατάς στο Εδιμβούργο. Ακολούθως κατατάχθηκε στο Βασιλικό Ναυτικό, αλλά απολύθηκε λόγω προβλημάτων υγείας και επέστρεψε στην παλιά του δουλειά κάνοντας διάφορες εργασίες όπως οδηγός λεωφορείου, εργάτης, μοντέλο για το κολλέγιο Καλών Τεχνών του Εδιμβούργου, στιλβωτής φερέτρων και μπόντι μπίλντερ.

Τζέιμς Μποντ (1962–1967, 1971, 1983)

Η εντυπωσιακή άνοδος του Κόνερι έγινε με τον ρόλο του μυστικού πράκτορα Τζέιμς Μποντ. Συνολικά πήρε μέρος σε επτά ταινίες Μποντ. Οι έξι ήταν παραγωγής της EON και μία ήταν ανεπίσημη αναπαραγωγή του Thunderball από την Warner Bros. Οι ταινίες αυτές είναι:

  • Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007, εναντίον Δόκτορος Νο (Dr No., 1962)
  • Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Από τη Ρωσία με αγάπη (From Russia with love, 1963)
  • Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007 εναντίον Χρυσοδάκτυλου (Goldfinger, 1964)
  • Επιχείρηση Κεραυνός (Thunderball, 1965)
  • Ζεις μονάχα δυο φορές (You only live twice, 1967)
  • Τα Διαμάντια είναι παντοτινά (Diamonds are forever, 1971)
  • Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ (Never say never again, 1983) (ανεπίσημη)

Ο εντυπωσιακός αλλά και αεικίνητος, «αεράτος», ηθοποιός πρωτοανακαλύφθηκε από τους Χάρι Σάλτζμαν και Άλμπερτ Μπρόκολι, μετά την άρνηση άλλων υποψήφιων ηθοποιών για το ρόλο του Μποντ, μεταξύ των οποίων ο Ντέιβιντ Νίβεν (ο οποίος αργότερα έπαιξε τον Μποντ στην παρωδία του 1967 Casino Royale), ο Κάρι Γκραντ και ο Τζέιμς Μέισον. Ο χαμηλός προϋπολογισμός ανάγκασε τους παραγωγούς να προσλάβουν έναν άγνωστο ηθοποιό.

Ο δημιουργός του Τζέιμς Μποντ, Ίαν Φλέμινγκ, δεν ήταν ευχαριστημένος με την επιλογή του ηθοποιού για την ενσάρκωση του ήρωά του, καθώς θεωρούσε ότι λόγω της φυσικής του διάπλασης και του παρουσιαστικού του δεν θα φαινόταν τόσο εκλεπτυσμένος. Ωστόσο, άλλαξε γνώμη μετά την πρεμιέρα της πρώτης ταινίας, Τζέιμς Μποντ εναντίον Δρος Νο, και εντυπωσιάστηκε τόσο που εμπνεύστηκε μια σκωτο-ελβετική καταγωγή για τον Τζέιμς Μποντ που ξεπηδούσε από τις σελίδες των επόμενων μυθιστορημάτων του.

Η ερμηνεία του Κόνερι ως Μποντ και το στυλ που προσέδωσε στο χαρακτήρα αυτό οφείλεται στην καθοδήγηση του σκηνοθέτη των ταινιών Τέρενς Γιανγκ, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του και «εξευγένισε» το φυσικό παρουσιαστικό του. {https://el.wikipedia.org}

Το 1954 έπαιξε ένα μικρό ρόλο σε μία περιοδεύουσα παράσταση του μιούζικαλ των Ρότζερς και Χάμερστιν «South Pacific» και στην πορεία ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του έργου. Ακολούθησαν ρόλοι στο θέατρο και την τηλεόραση, όπως του μποξέρ Μάουντεν Ριβέρα στην τηλεοπτική παραγωγή του BBC «Requiem for a Heavyweight» (1957).

Ο Σον Κόνερι έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο με το μιούζικαλ «Lilacs in the Spring» (1954), στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Έρολ Φλιν, κι έλαβε τις πρώτες του καλές κριτικές για το ρόλο του στην κωμωδία «Επιχείρηση: Κόκκινο Προγεφύρωμα» («On the Fiddle», 1961). Άλλες αξιοσημείωτες ταινίες του εκείνης της περιόδου ήταν η παιδική περιπέτεια της Ντίσνεϊ «Οι Τρεις Ευχές» («Darby O’ Gil and the Little People», 1959) και το πολεμικό έπος «Η πιο μεγάλη μέρα του πολέμου» («The Longest Day», 1962), που αναφέρεται στην απόβαση στην Νορμανδία.

Το 1962 έκανε δοκιμαστικό και κέρδισε το ρόλο του Τζέιμς Μποντ στο κατασκοπικό θρίλερ του Τέρενς Γιανγκ «Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Εναντίον Δρος Νο» («Dr No»), που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίαν Φλέμινγκ. Η μεγάλη επιτυχία της ταινίας και οι δύο συνέχειές της – «Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Από τη Ρωσία με Αγάπη» («From Russia to Love», 1963) και «Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007 Εναντίoν Χρυσοδάκτυλου» («Goldfinger», (1964) – ανέδειξαν τις ταινίες του Μποντ σε παγκόσμιο φαινόμενο και τον Κόνερι σε διασημότητα με διεθνή ακτινοβολία.

Μη θέλοντας να τυποποιηθεί στο ρόλο του Τζέιμς Μποντ, συμμετείχε και σε άλλες ταινίες, με πιο αξιοσημείωτη το ψυχολογικό θρίλερ του Άλφρεντ Χίτσκοκ «Μάρνη» («Marnie», 1964). Επέστρεψε ως Τζέιμς Μποντ στις ταινίες «Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Επιχείρηση Κεραυνός» («Thunderball»,1965) και «Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Ζεις Μονάχα Δυο Φορές» («You Only Live Twice», 1967), οπότε δήλωσε ότι εγκαταλείπει οριστικά το ρόλο που τον έκανε διάσημο. Ωστόσο, τέσσερα χρόνια αργότερα πείστηκε να υποδυθεί ξανά τον Μποντ στην ταινία «Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Τα Διαμάντια Είναι Παντοτινά» («Diamonds Are Forever», 1971), δηλώντας και πάλι ότι ήταν η τελευταία του ταινία ως Μποντ.

Οι άλλες ταινίες και η επιστροφή ως Πράκτωρ 007

Τη δεκαετία του ‘70 έπαιξε κυρίως σε δράματα εποχής και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπως «Εκεί που δεν φτάνει ο ήλιος» («Molly Maguires», 1970), «Ζαρντόζ» («Zardoz», 1974), «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές» («Murder on the Orient Express», 1974), «Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς» («The Man Who Will Be King», 1975) του Τζον Χιούστον, «Ο Άνεμος και το Λιοντάρι» («The Wind and the Lion», 1975), «Το Ρόδο και το Βέλος» («Robin and Marian», 1976) και «Η Κλοπή των Αιώνων» («The First Great Train Robbery», 1978).

Το 1981 έκανε μία αλησμόνητη εμφάνιση ως Αγαμέμνων στην ταινία φαντασίας του Τέρι Γκίλιαμ «Υπέροχοι Ληστές και τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας» («Time Bandits), και δύο χρόνια αργότερα σήμανε συναγερμό στους φίλους των ταινιών του Μποντ επιστρέφοντας στο ρόλο του 007 με την ταινία «Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Ποτέ Μη Ξαναπείς Ποτέ» («Never Say Never Again», 1983). Το 1986 πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Ουμπέρτο Έκο «Το Όνομα του Ρόδου» και το 1988 κέρδισε το Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για το ρόλο του βετεράνου αστυνομικού που καταδιώκει τον Αλ Καπόνε στην ταινία του Μπράιαν Ντε Πάλμα «Οι Αδιάφθοροι» («The Untouchables», 1987).

Στην περιπέτεια φαντασίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ «Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία» («Indiana Jones and the Last Crusade», 1989) ο Κόνερι υποδύθηκε τον πατέρα του Ιντιάνα Τζόουνς (Χάρισον Φορντ) και στο πολιτικό θρίλερ του Τζον ΜακΤίρναν «Το Κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη» («The Hunt for Red October», 1990) έπαιξε τον κυβερνήτη ενός σοβιετικού πυρηνικού υποβρυχίου που προσπαθεί να αυτομολήσει στη Δύση.

Άλλες ενδιαφέρουσες ταινίες του Κόνερι από τη δεκαετία του ’90 είναι: «Ρομπέν των Δασών» («Robin Hood: Prince of Thieves», 1991), «Λάνσελοτ, ο Πρώτος Ιππότης» («First Knight», 1995), «Ο Βράχος» («The Rock», 1996), «Η Καρδιά του Δράκου» («Dragonheart», 1996) και «Διπλή Παγίδα» («Entrapment», 1999). Ο Κόνερι αποσύρθηκε από τη μεγάλη οθόνη το 2003 μετά την εμφάνισή του στην περιπέτεια φαντασίας «Η Συμμαχία» («The League of Extraordinary Gentlemen»), αν και συνέχισε να δανείζει την επιβλητική βαθιά φωνή του με την έντονη σκωτική προφορά σε διάφορες παραγωγές.

Γνωστός καρδιοκατακτητής, ο Σον Κόνερι ήταν παντρεμένος σε δεύτερο γάμο από το 1975 με τη γαλλίδα ζωγράφο Μισελίν Ροκεμπρίν. Από τον πρώτο του γάμο με την ηθοποιό Νταϊάν Σιλέντο είχε αποκτήσει ένα γιο, τον ηθοποιό Τζέισον Κόνερι. Πολιτικά ήταν υποστηρικτής και χρηματοδότης του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας (SNP), που υποστηρίζει την ανεξαρτησία της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο.