Κωνσταντίνος ο Μέγας αιματοβαμμένος, στιγματισμένος …

Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος είναι ανάμεσα στους ελάχιστους ανθρώπους των οποίων το όνομα στέφθηκε από την ιστορία με τον τίτλο «Μέγας». Ο Χριστιανικός κόσμος έχει προσθέσει τις φράσεις «άγιος», «δέκατος τρίτος απόστολος», «άγιος και ισαπόστολος» και “εκλεγμένος από την Πρόνοια του Θεού για να επιτελέσει τη μεγαλύτερη μεταστροφή σε ολόκληρο τον κόσμο”. Στον αντίποδα, μερικοί περιγράφουν τον Κωνσταντίνο ως “αιματοβαμμένο, στιγματισμένο με αναρίθμητες κακουργίες και απάτες αποτρόπαιο τύραννο που βαρύνεται με ειδεχθή εγκλήματα”.

ΠΟΛΛΟΙ καθ’ ομολογία Χριστιανοί έχουν διδαχτεί ότι ο Κωνσταντίνος ο Μέγας ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της Χριστιανοσύνης. Σε εκείνον αποδίδουν την απελευθέρωση των Χριστιανών από τα δεινά του ρωμαϊκού διωγμού και την παραχώρηση θρησκευτικής ελευθερίας σε αυτούς. Επιπλέον, πιστεύεται ευρέως ότι ακολουθούσε πιστά τα ίχνη του Ιησού Χριστού και ότι είχε την ισχυρή επιθυμία να προωθήσει το Χριστιανικό αγώνα. Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και η Κοπτική Εκκλησία έχουν ανακηρύξει «αγίους» τόσο τον Κωνσταντίνο όσο και τη μητέρα του, την Ελένη. Η μνήμη τους γιορτάζεται είτε στις 21 Μαΐου είτε στις 3 Ιουνίου, ανάλογα με το ημερολόγιο της κάθε εκκλησίας.

Ποιος ήταν πραγματικά ο Κωνσταντίνος ο Μέγας; Τι ρόλο έπαιξε στην εξέλιξη της Χριστιανοσύνης μετά την εποχή των αποστόλων; Θα ήταν πολύ διαφωτιστικό αν αφήναμε την ιστορία και τους λογίους να απαντήσουν σε αυτές τις ερωτήσεις.

Ο Κωνσταντίνος ως Ιστορικό Πρόσωπο

Ο Κωνσταντίνος, που ήταν γιος του Κωνστάντιου Χλωρού, γεννήθηκε στη Ναϊσσό της Σερβίας περίπου το έτος 275 Κ.Χ. Όταν ο πατέρας του έγινε αυτοκράτορας των δυτικών επαρχιών της Ρώμης το 293 Κ.Χ., εκείνος βρισκόταν στο Δούναβη όπου πολεμούσε εκτελώντας διαταγές του Αυτοκράτορα Γαλέριου. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στο πλευρό του ετοιμοθάνατου πατέρα του στη Βρετανία το έτος 306 Κ.Χ. Λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του, ο στρατός ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα.

Εκείνη την εποχή, άλλοι πέντε ηγεμόνες ισχυρίζονταν ότι ήταν Αύγουστοι. Η περίοδος ανάμεσα στα έτη 306 και 324 Κ.Χ., έπειτα από την οποία ο Κωνσταντίνος έγινε μονάρχης, ήταν εποχή ακατάπαυστων εμφύλιων πολέμων. Η νίκη του Κωνσταντίνου σε δύο εκστρατείες τού εξασφάλισε μια θέση στη ρωμαϊκή ιστορία και τον έκανε μονοκράτορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το 312 Κ.Χ., ο Κωνσταντίνος νίκησε τον αντίπαλό του Μαξέντιο στη μάχη που έγινε στη Μουλβία Γέφυρα έξω από τη Ρώμη. Χριστιανοί απολογητές ισχυρίστηκαν ότι, στη διάρκεια εκείνης της εκστρατείας, εμφανίστηκε ένας φωτεινός σταυρός κάτω από τον ήλιο, ο οποίος είχε πάνω του τη φράση Εν τούτω νίκα, που σημαίνει «Με αυτό το σημάδι νίκα». Λέγεται επίσης ότι, σε κάποιο όνειρο, ο Κωνσταντίνος έλαβε την οδηγία να χαράξει τα πρώτα δύο γράμματα του ονόματος του Χριστού, στην ελληνική, πάνω στις ασπίδες των στρατιωτών του. Εντούτοις, αυτή η ιστορία περιέχει πολλούς αναχρονισμούς. Το βιβλίο Ιστορία της Χριστιανοσύνης (A History of Christianity) δηλώνει: «Τα στοιχεία αναφορικά με τον ακριβή χρόνο, τον τόπο καθώς και τις λεπτομέρειες αυτού του οράματος είναι αντικρουόμενα». Υποδεχόμενη τον Κωνσταντίνο στη Ρώμη, η ειδωλολατρική Σύγκλητος τον ανακήρυξε πρώτο Αύγουστο και Μεγάλο Ποντίφηκα, δηλαδή αρχιερέα της ειδωλολατρικής θρησκείας της αυτοκρατορίας.

Το 313 Κ.Χ., ο Κωνσταντίνος προχώρησε σε μια συνεργασία με τον Αυτοκράτορα Λικίνιο, τον ηγεμόνα των ανατολικών επαρχιών. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων, παραχώρησαν από κοινού ελευθερία λατρείας και ίσα δικαιώματα σε όλες τις θρησκευτικές ομάδες. Εντούτοις, πολλοί ιστορικοί υποβαθμίζουν τη σημασία αυτού του εγγράφου, λέγοντας ότι ήταν απλώς μια κοινότοπη επίσημη επιστολή και όχι ένα σημαντικό αυτοκρατορικό έγγραφο που σηματοδοτούσε την αλλαγή πολιτικής απέναντι στη Χριστιανοσύνη.

Μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, ο Κωνσταντίνος νίκησε τον τελευταίο εναπομείναντα αντίπαλό του, τον Λικίνιο, και έγινε ο αδιαφιλονίκητος ηγεμόνας του ρωμαϊκού κόσμου. Το 325 Κ.Χ., ενώ δεν είχε βαφτιστεί ακόμη, προήδρευσε στην πρώτη μεγάλη οικουμενική σύνοδο της «Χριστιανικής» εκκλησίας, η οποία καταδίκασε τον Αρειανισμό και συνέταξε ένα κείμενο με βασικές πεποιθήσεις το οποίο ονομάστηκε Σύμβολο Πίστης της Νίκαιας.

Ο Κωνσταντίνος προσβλήθηκε το έτος 337 Κ.Χ. από μια αρρώστια η οποία αποδείχτηκε μοιραία. Εκείνες τις τελευταίες στιγμές της ζωής του βαφτίστηκε, και κατόπιν πέθανε. Μετά το θάνατό του, η Σύγκλητος τον συγκατέλεξε στο ρωμαϊκό πάνθεο.

Η Θρησκεία στο Σχέδιο Δράσης του Κωνσταντίνου

Αναφορικά με τη γενική στάση των Ρωμαίων αυτοκρατόρων του τρίτου και του τέταρτου αιώνα απέναντι στη θρησκεία, το βιβλίο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρει: «Και όταν ακόμη οι κάτοχοι του αυτοκρατορικού θρόνου δεν τύχαινε να είναι βαθιά θρησκευόμενες προσωπικότητες, πάλι τότε, υπείκοντας στο πνεύμα της εποχής, βρίσκονταν στην ανάγκη να δώσουν στη θρησκεία το προβάδισμα στα πλαίσια του πολιτικού τους προγράμματος και τουλάχιστον να προσδώσουν θρησκευτική χροιά σε κάθε τους πράξη».

Ασφαλώς, ο Κωνσταντίνος ήταν άνθρωπος της εποχής του. Στην αρχή της σταδιοδρομίας του, χρειαζόταν κάποια «θεϊκή» κηδεμονία, κάτι που δεν μπορούσαν να του προσφέρουν οι ρωμαϊκοί θεοί οι οποίοι έχαναν τη λάμψη τους. Η αυτοκρατορία, μαζί με τη θρησκεία της και τους υπόλοιπους θεσμούς της, βρισκόταν σε παρακμή και χρειαζόταν κάτι καινούριο για να την τονώσει και να εδραιώσει και πάλι τη θέση της. Η εγκυκλοπαίδεια Υδρία αναφέρει: «Ο Κωνσταντίνος . . . ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το Χριστιανισμό, γιατί σε αυτόν στήριζε όχι μόνο τη νίκη του αλλά και την αναδιοργάνωση της Αυτοκρατορίας. Οι χριστιανικές εκκλησίες που υπήρχαν παντού έγιναν το πολιτικό του στήριγμα. . . . Συγκέντρωσε γύρω του μεγάλους ιεράρχες της εποχής του . . .  και τους ζήτησε να εξασφαλίσουν αρραγή ενότητα».

Ο Κωνσταντίνος διέβλεπε ότι η «Χριστιανική» θρησκεία—αν και ήταν ήδη αποστατική και βουτηγμένη στη διαφθορά—θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά ως αναζωογονητική και ενοποιητική δύναμη η οποία θα εξυπηρετούσε το μεγάλο του σχέδιο για αυτοκρατορική κυριαρχία. Υιοθετώντας τα θεμέλια της αποστατικής Χριστιανοσύνης ώστε να κερδίσει υποστήριξη και να προωθήσει τους δικούς του πολιτικούς στόχους, αποφάσισε να ενοποιήσει το λαό κάτω από μία «καθολική», ή αλλιώς παγκόσμια, θρησκεία. Τα ειδωλολατρικά έθιμα και οι γιορτές απέκτησαν «Χριστιανικά» ονόματα. Και οι «Χριστιανοί» κληρικοί απέκτησαν το γόητρο, το μισθό και τη σφαίρα επιρροής των ειδωλολατρών ιερέων.

Επιδιώκοντας θρησκευτική αρμονία για πολιτικούς λόγους, ο Κωνσταντίνος κατέπνιγε αμέσως οποιαδήποτε διιστάμενη άποψη, όχι με γνώμονα τη δογματική αλήθεια αλλά βάσει τού τι ήταν αποδεκτό από την πλειονότητα. Οι σοβαρές δογματικές διαφορές που υπήρχαν εντός της κατακερματισμένης «Χριστιανικής» εκκλησίας τού έδωσαν την ευκαιρία να παρέμβει ως «θεόσταλτος» μεσολαβητής. Από την πολιτεία του με τους Δονατιστές της Βόρειας Αφρικής και τους ακολούθους του Άρειου στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, κατάλαβε γρήγορα ότι η πειθώ δεν ήταν αρκετή για να σφυρηλατήσει μια στερεή, ενοποιημένη πίστη. Σε μια προσπάθεια να τακτοποιηθεί η αντιλογία γύρω από τον Αρειανισμό, συγκάλεσε την πρώτη οικουμενική σύνοδο στην ιστορία της εκκλησίας.—Βλέπε το πλαίσιο «Ο Κωνσταντίνος και η Σύνοδος της Νίκαιας».

Αναφορικά με τον Κωνσταντίνο, ο ιστορικός Πολ Τζόνσον δηλώνει: «Ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους ανέχτηκε τη Χριστιανοσύνη ίσως είναι ότι αυτό έδινε τόσο στον ίδιο όσο και στο Κράτος τη δυνατότητα να ελέγχει την τακτική της Εκκλησίας όσον αφορά τα ορθά δόγματα καθώς και τη συμπεριφορά της απέναντι στους ετερόδοξους».

Έγινε Ποτέ Χριστιανός;

Ο Τζόνσον υπογραμμίζει: «Ο Κωνσταντίνος δεν εγκατέλειψε ποτέ τη λατρεία του ήλιου και συνέχισε να απεικονίζει στα νομίσματά του τον ήλιο». Η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια (Catholic Encyclopedia) παρατηρεί: «Ο Κωνσταντίνος έδειξε την ίδια εύνοια και στις δύο θρησκείες. Ως μεγάλος ποντίφηκας, περιφρουρούσε την ειδωλολατρία και προστάτευε τα δικαιώματά της». «Ο Κωνσταντίνος ποτέ δεν έγινε Χριστιανός», δηλώνει η εγκυκλοπαίδεια Υδρία, προσθέτοντας: «Ο Ευσέβιος Καισαρείας, που έγραψε τη βιογραφία του, λέει ότι έγινε Χριστιανός στις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Αυτό δεν ευσταθεί, γιατί την προτελευταία ημέρα της ζωής του θυσίασε ο ίδιος, επειδή είχε και τον τίτλο του μεγάλου ποντίφηκα, στο Δία».

Μέχρι την ημέρα του θανάτου του το 337 Κ.Χ., ο Κωνσταντίνος κατείχε τον ειδωλολατρικό τίτλο του Μεγάλου Ποντίφηκα, της ύψιστης κεφαλής στα θρησκευτικά ζητήματα. Σχετικά με το βάφτισμά του, είναι λογικό να κάνουμε τις εξής ερωτήσεις: Προηγήθηκε γνήσια μετάνοια και μεταστροφή, όπως απαιτούν οι Γραφές; (Πράξεις 2:38, 40, 41) Έγινε με πλήρη κατάδυση στο νερό, ως σύμβολο της αφιέρωσης του Κωνσταντίνου στον Ιεχωβά Θεό;—Παράβαλε Πράξεις 8:36-39.

«Άγιος»;

Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα δηλώνει: «Ο Κωνσταντίνος αξίζει να ονομαστεί Μέγας λόγω αυτών που έκανε μάλλον παρά για αυτό που ήταν. Αν κριθεί από το χαρακτήρα του, συγκαταλέγεται πραγματικά στους κατώτερους από όλους εκείνους που πήραν το επίθετο [Μέγας] από τους αρχαίους καιρούς ως τους σύγχρονους». Και το βιβλίο Ιστορία της Χριστιανοσύνης μάς πληροφορεί: «Από την αρχή γίνονταν αναφορές στο βίαιο χαρακτήρα του και στη σκληρότητα που έδειχνε όταν θύμωνε. . . . Δεν σεβόταν καθόλου την ανθρώπινη ζωή . . . Η ιδιωτική ζωή του γινόταν τερατώδης καθώς γερνούσε».

Προφανώς, ο Κωνσταντίνος είχε σοβαρά προβλήματα προσωπικότητας. Ένας ιστορικός ερευνητής αναφέρει ότι «ο ιδιότυπος χαρακτήρας του συχνά γινόταν αιτία να διαπραχθούν εγκλήματα». (Βλέπε το πλαίσιο «Δυναστικοί Φόνοι».) Ο Κωνσταντίνος δεν είχε «Χριστιανικό χαρακτήρα», διατείνεται ο ιστορικός Χ. Φίσερ στο έργο του Ιστορία της Ευρώπης (History of Europe). Τα γεγονότα δεν τον χαρακτηρίζουν ως αληθινό Χριστιανό που είχε ντυθεί «τη νέα προσωπικότητα» και στον οποίο μπορούσαν να βρεθούν οι καρποί του αγίου πνεύματος του Θεού—αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, καλοσύνη, αγαθότητα, πίστη, πραότητα και εγκράτεια.—Κολοσσαείς 3:9, 10· Γαλάτες 5:22, 23.

Οι Συνέπειες των Προσπαθειών Του

Ως ο Μεγάλος Ποντίφηκας των ειδωλολατρών—και επομένως η θρησκευτική κεφαλή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας—ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να πάρει με το μέρος του τους επισκόπους της αποστατικής εκκλησίας. Τους πρόσφερε θέσεις εξουσίας, υπεροχή και πλούτο ως αξιωματούχους της θρησκείας του Ρωμαϊκού Κράτους. Η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια παραδέχεται: «Μερικοί επίσκοποι, τυφλωμένοι από τη μεγαλοπρέπεια της αυλής, έφτασαν στο σημείο να εξυμνήσουν τον αυτοκράτορα ως άγγελο του Θεού, ως ιερό ον, και να προφητεύσουν ότι, όπως ο Γιος του Θεού, θα βασίλευε στον ουρανό».

Καθώς η αποστατική Χριστιανοσύνη αποκτούσε την εύνοια της πολιτικής κυβέρνησης, γινόταν ολοένα και περισσότερο μέρος αυτού του κόσμου, αυτού του κοσμικού συστήματος, ενώ παράλληλα ξεμάκραινε από τις διδασκαλίες του Ιησού Χριστού. (Ιωάννης 15:19· 17:14, 16· Αποκάλυψη 17:1, 2) Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε ένα κράμα «Χριστιανοσύνης» μαζί με ψεύτικες δοξασίες και συνήθειες—την Τριάδα, την αθανασία της ψυχής, την πύρινη κόλαση, το καθαρτήριο, τις προσευχές υπέρ των νεκρών, τη χρήση ροζαρίων, τις εικόνες, τις αναπαραστάσεις και τα παρόμοια.—Παράβαλε 2 Κορινθίους 6:14-18.

Από τον Κωνσταντίνο η εκκλησία κληρονόμησε επίσης την τάση για αυταρχισμό. Οι λόγιοι Χέντερσον και Μπακ λένε: «Η απλότητα του Ευαγγελίου διεφθάρη, πομπώδεις λειτουργίες και τελετές εισήχθησαν, κοσμικές τιμές και απολαβές δόθηκαν στους δασκάλους της Χριστιανοσύνης, και η Βασιλεία του Χριστού σε μεγάλο βαθμό μετατράπηκε σε βασιλεία αυτού του κόσμου».

Πού Βρίσκεται η Αληθινή Χριστιανοσύνη;

Τα γεγονότα της ιστορίας αποκαλύπτουν την αλήθεια που κρύβεται πίσω από το «μεγαλείο» του Κωνσταντίνου. Ο χριστιανικός κόσμος, αντί να έχει ιδρυθεί από τον Ιησού Χριστό, την Κεφαλή της αληθινής Χριστιανικής εκκλησίας, είναι εν μέρει αποτέλεσμα της πολιτικής σκοπιμότητας και των δόλιων ελιγμών ενός ειδωλολάτρη αυτοκράτορα. Πολύ κατάλληλα, ο ιστορικός Πολ Τζόνσον θέτει το ερώτημα: «Ενέδωσε άραγε η αυτοκρατορία στη Χριστιανοσύνη ή μήπως εκπορνεύτηκε η Χριστιανοσύνη στην αυτοκρατορία;»

Όλοι όσοι επιθυμούν πραγματικά να προσκολλώνται στη γνήσια Χριστιανοσύνη μπορούν να λάβουν βοήθεια ώστε να αναγνωρίσουν την αληθινή Χριστιανική εκκλησία που υπάρχει σήμερα και να συνταυτιστούν με αυτήν. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά παγκόσμια είναι πολύ πρόθυμοι να βοηθήσουν τα άτομα που έχουν ειλικρινή καρδιά να προσδιορίσουν την αληθινή Χριστιανοσύνη και να λατρέψουν τον Θεό με τον τρόπο που είναι αποδεκτός από αυτόν.—Ιωάννης 4:23, 24.

Ο Δονατισμός ήταν μια «Χριστιανική» αίρεση του τέταρτου και του πέμπτου αιώνα Κ.Χ. Οι οπαδοί του ισχυρίζονταν ότι η εγκυρότητα των μυστηρίων εξαρτάται από την ηθική υπόσταση του διακόνου και ότι η εκκλησία πρέπει να αποκλείει από μέλη της τα άτομα που είναι ένοχα σοβαρής αμαρτίας. Ο Αρειανισμός ήταν ένα «Χριστιανικό» κίνημα του τέταρτου αιώνα το οποίο αρνούνταν τη θεϊκή υπόσταση του Ιησού Χριστού. Ο Άρειος δίδασκε ότι ο Θεός δεν έχει γεννηθεί και ότι είναι χωρίς αρχή. Ο Γιος, εφόσον έχει γεννηθεί, δεν μπορεί να είναι Θεός με την ίδια έννοια κατά την οποία είναι ο Πατέρας. Ο Γιος δεν υπήρχε από την αιωνιότητα αλλά δημιουργήθηκε και υπάρχει λόγω του θελήματος του Πατέρα.

Ο Κωνσταντίνος και η Σύνοδος της Νίκαιας

Τι ρόλο έπαιξε ο αβάφτιστος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στη Σύνοδο της Νίκαιας; Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα (Encyclopædia Britannica) αναφέρει: «Προήδρευε ο Κωνσταντίνος αυτοπροσώπως, κατευθύνοντας ενεργά τις συζητήσεις . . . Κυριευμένοι από δέος για τον αυτοκράτορα, οι επίσκοποι, με δύο μόνο εξαιρέσεις, υπέγραψαν το σύμβολο της πίστης, πολλοί μάλιστα ενάντια στις δικές τους απόψεις».

Ύστερα από δύο μήνες θυελλώδους θρησκευτικής διαμάχης, αυτός ο ειδωλολάτρης πολιτικός επενέβη και αποφάσισε υπέρ εκείνων που έλεγαν ότι ο Ιησούς ήταν Θεός. Γιατί όμως; «Ο Κωνσταντίνος βασικά δεν καταλάβαινε καθόλου τα υπό εξέταση ζητήματα της ελληνικής θεολογίας», λέει το βιβλίο Σύντομη Ιστορία των Χριστιανικών Δοξασιών (A Short History of Christian Doctrine). Αυτό που καταλάβαινε ήταν ότι ο θρησκευτικός διχασμός απειλούσε την αυτοκρατορία του, και ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να ενοποιήσει την αυτοκρατορία του.

Σχετικά με το οριστικό έγγραφο το οποίο συντάχθηκε στη Νίκαια υπό την επίβλεψη του Κωνσταντίνου, το βιβλίο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους παρατηρεί τα εξής: «Δείχνει την αδιαφορία [του Κωνσταντίνου] για θέματα δόγματος, . . . την πεισματική εμμονή του να αποκατασταθεί η ενότητα στους κόλπους της Εκκλησίας με κάθε θυσία και, τέλος, την πεποίθηση ότι ο αυτοκράτωρ ως “επίσκοπος των εκτός” έχει τον τελευταίο λόγο σε κάθε θρησκευτικό ζήτημα». Θα μπορούσε να βρίσκεται το πνεύμα του Θεού πίσω από τις αποφάσεις που λήφθηκαν σε εκείνη τη σύνοδο;—Παράβαλε Πράξεις 15:28, 29.

Δυναστικοί Φόνοι

Κάτω από αυτόν τον υπότιτλο, το έργο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους περιγράφει αυτά τα οποία αποκαλεί «αποτρόπαια οικογενειακά εγκλήματα που διέπραξε ο Κωνσταντίνος». Λίγο μετά την εδραίωσή του στο μοναρχικό αξίωμα, λησμόνησε τη χαρά της απροσδόκητης επιτυχίας και άρχισε να συνειδητοποιεί τους κινδύνους που τον έζωναν. Καχύποπτος καθώς ήταν, και ίσως με την υποκίνηση ορισμένων αυλοκολάκων, άρχισε πρώτα να υποπτεύεται τον ανιψιό του Λικινιανό—γιο του συναυγούστου που είχε ήδη εκτελέσει—θεωρώντας τον πιθανό αντίπαλο. Το φόνο του ακολούθησε η εκτέλεση του ίδιου του πρωτότοκου γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου, τον οποίο η μητριά του Φαύστα αντιμετώπιζε ως μεγάλο εμπόδιο στο δρόμο των δικών της παιδιών προς την απόλυτη εξουσία.

Αυτή η ενέργεια της Φαύστας υπήρξε τελικά και η αιτία του δικού της δραματικού θανάτου. Φαίνεται ότι η Αυγούστα Ελένη, η οποία ασκούσε επιρροή στον γιο της Κωνσταντίνο μέχρι τέλους, είχε ανάμειξη σε αυτόν το φόνο. Το άλογο πάθος που συχνά κυρίευε τον Κωνσταντίνο συντέλεσε επίσης σε μια σειρά εκτελέσεων φίλων και συνεργατών του. Το βιβλίο Ιστορία του Μεσαίωνα (History of the Middle Ages) καταλήγει: «Η εκτέλεση—για να μην πούμε ο φόνος—του ίδιου του γιου του και της συζύγου του δείχνει ότι η πνευματική επιρροή της Χριστιανοσύνης δεν τον είχε αγγίξει καθόλου».

*** w98 15/3 σ. 26-30  ***