Εκατό χρόνια από την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης

Πριν από έναν αιώνα η Θεσσαλονίκη παραδινόταν στις φλόγες, που κατέκαψαν το ένα τρίτο της, φτωχοποίησαν τη μεσαία τάξη και διέγραψαν για πάντα την πολυπολιτισμική όψη της. Από την άλλη, η καταστροφή έδωσε στην πόλη την ευκαιρία να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης μητρόπολης.

Η Θεσσαλονίκη στις φλόγες. [Συλλογή Γιάννη Μέγα/Ψηφιοποιημένη συλλογή Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης]

 

«Λαμπρή αυγουστιάτικη μέρα, όχι πολύ ζεστή χάρη στο Βαρδάρη που φυσά. Σάββατο, τα πάντα είναι κλειστά. Είναι η “Κυριακή” των Εβραίων. Πέντε η ώρα και να που το φως του ήλιου αρχίζει να λιγοστεύει. Από χρυσαφί γίνεται φαιό, μοιάζει να περνά μέσα από ένα πέπλο κοκκινωπό, παράξενο, που ίπταται πάνω από την πόλη και λίγο λίγο πυκνώνει…».

Η ειδυλλιακή εικόνα που περιγράφει ο Γάλλος λοχαγός Inahim Jesse-Asher στις 16 Αυγούστου του 1917, σε λίγο θα γίνει εφιαλτική. Μέσα σε 32 ώρες, το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης θα γίνει παρανάλωμα του πυρός, αφήνοντας 70.000 άστεγους. Η πυρκαγιά του 1917 –η «μεγάλη πυρκαγιά», όπως έμεινε γνωστή στην τοπική ιστορία– αποτέλεσε μια τομή για την πόλη. Τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.

Τηγανίζοντας μελιτζάνες

Ήταν 5 Αυγούστου του 1917 (18 με το νέο ημερολόγιο), γύρω στις τρεις το μεσημέρι. Σύμφωνα με το λαϊκό θρύλο, στην περιοχή Μεβλεβί Χανέ, στην οδό Ολυμπιάδος 3, μία νοικοκυρά τηγάνιζε μελιτζάνες πάνω σε μια τρίποδη φορητή φουφού, όταν από μια αδέξια κίνηση αναποδογύρισε τη φουφού, πήραν φωτιά τα ξυλαράκια που είχε για προσάναμμα, οι σπίθες πετάχτηκαν σε σωρούς ξερών χόρτων και κάπως έτσι άρχισε η πιο καταστροφική πυρκαγιά που γνώρισε ποτέ η Θεσσαλονίκη.

O ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος αναφέρεται στο συμβάν στο ποίημα «Η Βυκάνη»:

Αλλοίμον’ όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι’ αρχίσουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες;

μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώση το μεγάλο το κακό
μερόνυχτα να μαίνωνται οι πυρκαϊές
και να σωριάζωνται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε
οι μεγαλουπόλεις.

Σπάνιο ντοκουμέντο από το Κινηματογραφικό Τμήμα του Σερβικού Στρατού.

Πάντως, όπως αναφέρεται στο απαλλακτικό βούλευμα με το οποίο έκλεισε και τυπικά η έρευνα των αρχών, το κακό δεν άρχισε από τις μελιτζάνες. Οι κατηγορούμενες Παρασκευούλα Αδάμ και Δόμνα Σαββόγλου «ήναψαν πυρ προς πλύσιν» στις δέκα το πρωί. H δεύτερη «λουσθείσα, έσβυσε τούτο κατά τας 11 π.μ.» αλλά η μετάδοση της φωτιάς έγινε «εκ τυχαίου γεγονότος, δια σπινθήρος εν τω υπογείω χόρτω».

Οι δύο γυναίκες δεν διώχθηκαν για εμπρησμό, γιατί «κατέβαλον πάσαν επιμέλειαν περί την χρήση της πυράς, ουδ’ ήτον δυνατόν και ο μάλλον συνετός των ανθρώπων να προϊδή ότι ήτο δυνατόν να μεταδοθή πυρ εις το εν τω υπογείω ευρισκόμενον χόρτον εκ σπινθήρος εκ του μαγειρείου και η έκρηξις του πυρός και η εκ ταύτης καταστροφή μεγάλου μέρους της πόλεως […] δεν δύναται να καταλογισθή ταις κατηγορουμέναις…».

Θεωρίες συνωμοσίας και ο “στρατηγός άνεμος”

 

Πάντως και τότε υπήρχαν οι θεωρίες συνωμοσίας της εποχής: γερμανόφιλοι κύκλοι απέδιδαν την πυρκαγιά σε εμπρησμό που προκλήθηκε από βομβαρδισμό από αγγλικά και γαλλικά αεροπλάνα και τα συμμαχικά πλοία που ναυλοχούσαν στο Θερμαϊκό (η Isabel Emslie Hutton, στρατιωτική γιατρός που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη με τη Στρατιά της Ανατολήςαναφέρεται σε αυτές τις φήμες και στην ύπαρξη πολλών κατασκόπων στην πόλη, αλλά υιοθετεί την επίσημη εκδοχή για τα αίτια της φωτιάς). Όμως η εκδοχή των «φίλιων πυρών» από τα στρατεύματα της Entente που φιλοξενούσε η πόλη δεν έχει καμιά λογική, καθώς στο μεταξύ είχε λήξει η περίοδος του Εθνικού Διχασμού και η Ελλάδα είχε κηρύξει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

 

Στην περίπτωση της μεγάλης πυρκαγιάς ο Βαρδάρης, ο «στρατηγός άνεμος» της Θεσσαλονίκης, έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο, μαζί με τη θαλάσσια αύρα που προκλήθηκε από την υψηλή θερμοκρασία. Ακόμα και υπό αυτές τις καιρικές συνθήκες όμως, η πυρκαγιά δεν θα είχε εξαπλωθεί τόσο γρήγορα και σε τέτοια έκταση αν η ρυμοτομία της πόλης δεν ήταν τόσο ασφυκτική –ο μεγαλύτερος δρόμος, η Εγνατία οδός, είχε στο φαρδύτερο σημείο της πλάτος μόλις οκτώ μέτρων, ενώ στο σύνολο της πόλης εντός των τειχών οι ελεύθεροι χώροι δεν ξεπερνούσαν το 20%.

 

Επιπρόσθετα, τα περισσότερα σπίτια στη ζώνη που αργότερα ονομάστηκε «πυρίκαυστος» ήταν ξύλινα, οργανωμένη πυροσβεστική υπηρεσία δεν υπήρχε και τα αποθέματα του νερού είχαν μειωθεί από την ανομβρία του καλοκαιριού, την ώρα που η κατανάλωση είχε αυξηθεί αναλογικά με τον πληθυσμό, που λόγω των προσφύγων από την Ανατολική Μακεδονία είχε φτάσει από 158.000 το 1913 σε 270.000 το 1917. Σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν και οι 200.000 Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Σέρβοι και Έλληνες στρατιώτες της Στρατιάς της Ανατολής που στρατοπέδευαν στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα τα συμμαχικά στρατεύματα αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλης κλίμακας υδροδότηση των στρατοπέδων και των νοσοκομείων τους, προκειμένου να διοχετευτεί η παροχή του νερού στην κατάσβεση της πυρκαγιάς.

Όπως εύστοχα συμπυκνώνεται στον τίτλο του βιβλίου της αρχιτέκτονα-πολεοδόμου και ομότιμης καθηγήτριας του ΑΠΘ Αλέκας Καραδήμου Γερολύμπου, η Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο ήταν «οχυρωμένο στρατόπεδο, ανοχύρωτη πόλη».

Πώς εξαπλώθηκε η πυρκαγιά

 

Η φωτιά ακολούθησε αρχικά διπλή κατεύθυνση: προς το Διοικητήριο και προς την αγορά, δια των οδών Αγίου Δημητρίου και Λέοντος Σοφού. Ο Βαρδάρης άρχισε να δυναμώνει, στρέφοντας προς το κέντρο της πόλης τις φλόγες, που μέχρι τις 11 το βράδυ είχαν φτάσει στη συνοικία Ουν Καπάν, στην περιοχή μεταξύ της πλατείας Ελευθερίας και της πλατείας Αριστοτέλους. Το ξημέρωμα ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και οι φλόγες στράφηκαν προς τα πίσω. Η επέκταση της φωτιάς σταμάτησε το βράδυ της 6ης (19ης) Αυγούστου, έχοντας κάψει το 40% της πόλης.

 

Στην πρώτη έκδοση της Balkan Νews που κυκλοφόρησε μετά την πυρκαγιά, στις 9 (22) Αυγούστου, ο H.C. Owen περιέγραφε: «Όσο κι αν από την αρχή ο κίνδυνος να εξαπλωθεί ήταν μεγάλος, καθώς μάλιστα ένας γερός, ζεστός άνεμος φυσούσε εδώ και δύο μέρες, κανείς δεν πίστευε ότι ένα μεγάλο κομμάτι της πόλης θα μεταβαλλόταν σε καμίνι, ότι η φωτιά θα επεκτεινόταν τόσο γρήγορα, καταβροχθίζοντας ολόκληρους δρόμους και περιφρονώντας κάθε προσπάθεια για την κατάσβεσή της, ότι πριν περάσει η νύχτα η συνηθισμένη μας ζωή θα αναστατωνόταν τόσο βίαια».

Ίσως γιατί πίστευαν ότι η φωτιά θα περιοριζόταν στην Άνω Πόλη και, αν κατέβαινε μέχρι την Εγνατία, ο δρόμος θα λειτουργούσε ως φράγμα προστατεύοντας το εμπορικό κέντρο μέχρι τη θάλασσα. «Όταν όμως ήρθε η ώρα, η φωτιά πήδησε πάνω από την Εγνατία, χωρίς να σταθεί ούτε λεπτό. Θαρρείς και ο Βαρδάρης δημιουργούσε μπροστά του μια δίνη, που ρουφούσε τις φλόγες και τις μετέφερε εκατό μέτρα πιο πέρα. Ήταν ένα απερίγραπτο θέαμα, θα μπορούσε να πει κανείς βιβλικό… Σε τούτη την εβραϊκή συνοικία οι εβραίοι φορούν πάντα τις παλιές τους φορεσιές και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από ένα πολύχρωμο πλήθος, άνδρες, γυναίκες, παιδιά που έκλαιγαν, ούρλιαζαν, ικέτευαν… Οι φλόγες έφθασαν κάτω στη θάλασσα, σε πλάτος 1,5 χιλιομέτρου πάνω στην προκυμαία, σε ένα θέαμα μεγαλειώδες όσο και σπαρακτικό, ένα τείχος από πορτοκαλί και λευκό φως».

 

Στην εκτενή ανταπόκρισή του στο γαλλικό περιοδικό Illustration, ο λοχαγός Inahim Jesse-Asher περιγράφει τον πανικό των πρώτων ωρών: «Μουσουλμάνες περνούν βιαστικά με τον φερετζέ ν’ ανεμίζει στον αέρα, ξεχνώντας από τον φόβο τους να τον κρατήσουν με τα δόντια πάνω στο πρόσωπό τους. Μια εβραία κρατάει ένα μωρό που δεν σταματά να θηλάζει, αδιαφορώντας για τα δάκρυα της νεαρής μάνας του που τρέχει με τα μαλλιά λυτά και πράσινες σατινένιες κορδέλες να της σκεπάζουν το γυμνό στήθος. Ένας γέρος εβραίος με κόκκινο φέσι κι ολόλευκη γενειάδα παραπαίει μέσα στο βαρύ πράσινο παλτό του. Στηρίζει προστατευτικά μια γριά που έχει τα χάλια της, τρέμει, κλαίει, νομίζεις θα πέσει από στιγμή σε στιγμή. Ένα μικρό κοριτσάκι φωνάζει τη μάνα του που χάθηκε μέσα στον κόσμο και σφίγγει προσεχτικά στην αγκαλιά του δύο κότες κι ένα μαξιλάρι χρυσοκέντητο…».

Τι θυμάται σήμερα μια γυναίκα 106 ετών

 

«Αν τη θυμάμαι, λέει…» είπε στο inside story η κυρία Κίτσα Αθυρίδου, 106 ετών σήμερα, όταν τη ρωτήσαμε αν θυμόταν την πυρκαγιά.

«Ήμουν έξι χρονών. Είχαμε πάει στα λουτρά Ισλαχανέ, που ήταν κοντά στου Κεμάλ το σπίτι, η μαμά μου, εγώ και η αδελφή μου. Είχε σουρουπώσει όταν βγήκαμε. Είδαμε καπνό και φλόγες από το μέρος όπου ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά μου, κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Λέει η μαμά μου “ελάτε γρήγορα, πάμε σπίτι να πάρουμε τον μπαμπά, να δούμε ο παππούς και η γιαγιά τι γίνονται”». Η φωτιά δεν είχε φτάσει μέχρι το σπίτι τους στην οδό Απελλού (περιοχή πλατείας Ναυαρίνου). «Μας έβαλε η μαμά να κοιμηθούμε και έτσι όπως ήμασταν με τις νυχτικιές ακούμε φασαρία, ότι ξέφυγε η φωτιά. Φοβηθήκαμε κι αμέσως ο μπαμπάς ειδοποίησε και ήρθε φορτηγό αγγλικό να μας πάρουν».

Ο πατέρας της ασχολούνταν με την παραγωγή και το εμπόριο οίνων και πουλούσε με τα βαρέλια κρασί στους Άγγλους στρατιώτες –εξού και ζήτησε τη χάρη να μεταφερθεί η οικογένειά του σε ασφαλές σημείο. «Μας πήραν αγκαλιά με τα στρώματα και τα μαξιλάρια και μας πήγαν στα εβραίικα τα μνήματα, εκεί που είναι το πανεπιστήμιο τώρα, και κοιμηθήκαμε εκεί δυο βραδιές. Είχε κι άλλο κόσμο στα μνήματα, ψάχναμε να προστατευτούμε, γιατί δεν ξέραμε πού θα πάει η φωτιά. Όταν είδαμε ότι δεν κινδυνεύει το σπίτι, γυρίσαμε. Όμως είχε καεί η επιχείρηση του πατέρα μου, που στεγαζόταν δίπλα από το μέγαρο Στάιν».

 

Το μέγαρο Στάιν στην πλατεία Ελευθερίας ήταν από τα ελάχιστα κτίρια που γλίτωσαν χωρίς την παραμικρή ζημιά, ίσως γιατί ήταν επενδεδυμένο με μάρμαρο. Η ειρωνεία ήταν ότι το μοναδικό κατάστημα που γλίτωσε ήταν στη μαύρη λίστα των συμμάχων για σχέσεις με τον εχθρό, γι’ αυτό και δεν επιτρεπόταν στο συμμαχικό στρατό να το χρησιμοποιεί για αγορές.

«Μικρός τότε, ξαπλωμένος στο στρώμα μου, παρακολουθούσα τις φλόγες, που νόμιζα ότι ήταν πάνω από το κεφάλι μου», διηγείται ο Γεώργιος Σταμπουλής στο βιβλίο «Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912». «Ο δυνατός αέρας έφερνε μαζί με τις σπίθες και κανένα αναμμένο ξυλαράκι και έτσι βρισκόμασταν συνέχεια σε ανησυχία μήπως πέσουν φωτιές κοντά μας, για να τις σβήσουμε αμέσως με το λιγοστό νεράκι που είχαμε μαζί μας σε μπουκάλια, μπαρδάκια και κατσαρόλες».

Την επομένη της πυρκαγιάς

Η φωτιά έκαψε το ένα τρίτο της συνολικής έκτασης της πόλης, αλλά όλως περιέργως τα θύματα ήταν ελάχιστα. Μέσα σε 32 ώρες καταστράφηκαν 9.500 σπίτια και έμειναν άστεγοι 70.000 άνθρωποι, εκ των οποίων 55.000 εβραίοι, 12.500 χριστιανοί και 10.000 μουσουλμάνοι. Καταστράφηκαν επίσης 4.069 από τα 7.695 εμπορικά καταστήματα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισές θέσεις εργασίας από αυτές που υπήρχαν πριν την πυρκαγιά.

Καταστράφηκαν επίσης κτίρια που στέγαζαν διοικητικές υπηρεσίες όπως το δημαρχείο, το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο, η Οθωμανική και η Εθνική Τράπεζα, χώροι αναψυχής, τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των κοινοτήτων της πόλης όπως ο Άγιος Δημήτριος, η Αρχιραβινεία με το αρχείο της και το δημοτικό σχολείο της ισραηλίτικης κοινότητας, 16 μεγάλες συναγωγές και 11 εβραϊκά σχολεία, δέκα μουσουλμανικά τεμένη μεταξύ των οποίων το Σαατλί Τζαμί, τυπογραφεία εφημερίδων και άλλα πολλά.

 

Το ύψος των ζημιών προσδιορίστηκε στα 8 εκατ. λίρες Αγγλίας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες προσπάθησαν να αποδώσουν την πυρκαγιά σε διάφορους λόγους (πολεμικές επιχειρήσεις, ευθύνη των συμμαχικών αρχών, εχθρική δραστηριότητα) αλλά τελικά αναγνώρισαν οφειλές 4 εκατ. λιρών και κατέβαλαν λιγότερα από 3 εκατ. λίρες.

Η φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης

«Η πυρκαγιά συνήθως περιγράφεται ως μια εποποιία ανασχεδιασμού και μια επιτυχία ανοικοδόμησης, είχε όμως και μια ελάχιστα φωτεινή πλευρά, τη φτωχοποίηση μεγάλου μέρους της μεσαίας τάξης», αναφέρει ο Δρ. Οικονομικής Ιστορίας και συγγραφέας, Ευάγγελος Χεκίμογλου.

 

Η διαφορά με προηγούμενες πυρκαγιές ήταν ότι αυτή τη φορά ο ιδιοκτήτης του ακινήτου που κάηκε έχασε πλέον το δικαίωμα στην κατοχή γης και είχε στα χέρια του ένα κτηματόγραφο έναντι της αξίας της περιουσίας του. Με αυτό θα μπορούσε να λάβει μέρος στις δημοπρασίες για τα οικόπεδα της πυρικαύστου. Μόνο που με τη νέα σχεδίαση που ακολούθησε την πυρκαγιά, τα οικόπεδα είχαν διπλάσιο εμβαδόν σε σχέση με τα αρχικά και θα χρειαζόταν να συνδυαστούν πολλά χρεόγραφα για την αγορά ενός οικοπέδου.

Οι δημοπρασίες έγιναν σχεδόν επτά χρόνια μετά την πυρκαγιά, και σε αυτό το διάστημα οι πυροπαθείς στερήθηκαν όχι μόνο το σπίτι τους αλλά και το εισόδημα από την εργασία τους στα εμπορικά καταστήματα της πυρικαύστου. Οι νέοι άντρες της μεσαίας τάξης μετανάστευσαν για να βρουν δουλειά, οι ηλικιωμένοι πέθαναν στις σκηνές και απέμειναν τα γυναικόπαιδα, για τα οποία ο μόνος τρόπος επιβίωσης ήταν να ρευστοποιήσουν το κτηματόγραφο προκειμένου να συντηρηθούν. Έτσι ένα μεγάλο μέρος του κέντρου πόλης πέρασε σε όσους είχαν χρήματα.

Απόσπασμα από την ταινία «1917, Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης», παραγωγή του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών, 2012.

Μια ακόμα συνέπεια της πυρκαγιάς, με δεδομένο ότι σε μεγάλο βαθμό η πυρίκαυστος ζώνη κατοικούνταν από Εβραίους, ήταν να αλλάξει ουσιαστικά την πληθυσμιακή και κοινωνική σύνθεση του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Για παράδειγμα, στην εβραϊκή συνοικία Ρόγος, στη σημερινή περιοχή της Αρχαίας Αγοράς, μόλις το 8% ανέκτησε το οικόπεδό του, ενώ το 92% της έκτασης άλλαξε χέρια.

Σύμφωνα με τη δρ. Ρένα Μόλχο, «η εγκατάσταση των πυροπαθών στα προάστια θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να διαγράψει μια κι έξω τον εβραϊκό χαρακτήρα του κέντρου. Είναι εξάλλου σημαντικό το ότι από τις επτά νέες συνοικίες που δημιουργήθηκαν για τους πυροπαθείς (τέσσερις από τη Δημαρχία και την Πολιτεία και τρεις από την Ισραηλιτική Κοινότητα), μία μόνο βρισκόταν κοντά στο κέντρο της πόλης».

Όπως αναφέρει ο κ. Χεκίμογλου, χιλιάδες εβραίοι πυροπαθείς έμειναν άστεγοι και άποροι για χρόνια, ζώντας σε κουρελιασμένα αντίσκηνα, πλημμυρισμένα υπόγεια ή μισοκαμμένα σπίτια. Ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσε να τους συντηρήσει και το κόστος της πρόνοιας βάρυνε την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης.

 

Αυτός ο πληθυσμός απομονώθηκε κοινωνικά και γλωσσικά σε περιαστικούς οικισμούς μέχρι τον εκτοπισμό τους, το 1943, στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολωνία…

Η ευκαιρία για αναγέννηση

Πόσο διαφορετική θα ήταν η Θεσσαλονίκη σήμερα, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πυρκαγιά; Όπως όλες οι πόλεις, έτσι και η Θεσσαλονίκη επρόκειτο ούτως ή άλλως να αλλάξει από κάθε άποψη και μάλιστα γρήγορα, λόγω των εξελίξεων, πιστεύει ο καθηγητής νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, Βασίλης Γούναρης. Είχαν ήδη προηγηθεί οι βαλκανικοί πόλεμοι, ήταν σε εξέλιξη ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ερχόταν η Μικρασιατική Καταστροφή και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. «Ήταν τεράστιες οι εξελίξεις στην κοινωνία και την οικονομία στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια και σε όλον τον πλανήτη. Η πυρκαγιά επιτάχυνε τις εξελίξεις και έκανε πιο ριζική την αλλαγή τοπίου», σημειώνει ο κ. Γούναρης.

 

Το σίγουρο είναι ότι αν δεν βρισκόταν εκεί η Στρατιά της Ανατολής, οι Γάλλοι και επομένως και ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος Ερνέστ Εμπράρ, που εκπόνησε τα σχέδια για την ανοικοδόμηση της πόλης μετά την πυρκαγιά, η όψη της σήμερα θα ήταν τελείως διαφορετική.

Η κυριότερη τομή που επέφερε στη Θεσσαλονίκη το σχέδιο Εμπράρ ήταν ότι εξαλείφθηκε ουσιαστικά η ανατολίτικη όψη και το οθωμανικό παρελθόν της και υιοθετήθηκε ένας αστικός χαρακτήρας δυτικού τύπου. Αν δεν είχε συμβεί η πυρκαγιά, είναι πολύ πιθανό να διατηρούνταν ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της, κυρίως με την παρουσία συναγωγών, μουσουλμανικών τζαμιών και κοινοτικών σχολείων. Από την άλλη, η πυρκαγιά ήταν η “ευκαιρία” της Θεσσαλονίκης να αποκτήσει χαρακτηριστικά σύγχρονης μητρόπολης.

Πράγματι, η πολεοδομική επέμβαση του 1917 εντυπωσιάζει και σήμερα: υπήρχε λειτουργική διαίρεση σε περιοχές κατοικίας, διοίκησης, εμπορίου, προβλεπόταν η ίδρυση πανεπιστημιούπολης, συγκοινωνιακές υποδομές με οδικό δίκτυο αυτοκινήτων, περιφερειακή οδό, νέο σιδηροδρομικό σταθμό, τραμ, ακόμη και μετρό! Χάρη σε αυτήν, η πόλη απέκτησε την κεντρική διαπλατυσμένη οδό Εγνατία, τον μνημειακό άξονα της Αριστοτέλους και τον άξονα της πλατείας Ναυαρίνου που συνδέει το Γαλεριανό Ανάκτορο με την Καμάρα και τη Ροτόντα.

 

Σχεδόν πάντα οι δημόσιες συζητήσεις για την πυρκαγιά καταλήγουν στο ίδιο ερώτημα: Πώς θα έμοιαζε η πόλη σήμερα αν είχε εφαρμοστεί στο σύνολό του το σχέδιο Εμπράρ; Ο πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ Νίκος Καλογήρου θεωρεί ότι είναι λανθασμένη η κοινή πεποίθηση ότι το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε. «Το σχέδιο Εμπράρ καθόρισε και επηρέασε ουσιαστικά τη σημερινή μορφή της πόλης. Η αλλαγή του αστικού ιστού ήταν χωρίς προηγούμενο στην ιστορία», σημειώνει. Το σχέδιο αλλαξε ριζικά μόνο «όταν παραβιάστηκε βάναυσα με την αύξηση των συντελεστών δόμησης και την κυριαρχία της εξατομικευμένης ανοικοδόμησης», από τη δεκαετία του ’60 κι έπειτα, όταν ανέτειλε η εποχή της αντιπαροχής.

«Εξ ανάγκης αλλά και ως αποτέλεσμα μιας ισχυρής πολιτικής βούλησης, μια πόλη με σύγχρονη μορφή αναδύθηκε μέσα από τα ερείπια, υλοποιώντας στον χώρο τις πιο προωθημένες επιταγές της ευρωπαϊκής πολεοδομίας», σημειώνει η κα Καραδήμου Γερολύμπου.

Οι αλλαγές έδωσαν τον τόνο και για όσα επρόκειτο να συμβούν στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. «Με βάση την εμπειρία της Θεσσαλονίκης γενικεύτηκε η ανάπτυξη των αστικών πολυώροφων κτισμάτων, γενικεύτηκε η χρήση του οπλισμένου σκυροδέματος, προέκυψαν οι γνωστοί θεσμοί της οριζόντιας ιδιοκτησίας και των γενικών οικοδομικών κανονισμών που διαμόρφωσαν την ελληνική πόλη. Όλοι οι κανόνες του παιχνιδιού είχαν καθοριστεί από τότε», προσθέτει ο κ. Καλογήρου.

Ντοκιμαντέρ της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης για την πυρκαγιά, με τον συγγραφέα Σάκη Σερέφα (παραγωγής 2017).

https://insidestory.gr